Jim Clark: το απόγειο και ο άδικος χαμός του


ΠΟΤΕ ΤΟΥ ΔΕΝ ΕΒΑΛΕ ΣΤΟΧΟ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΤΗΝ ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟ MOTORSPORT, ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ. Η ΜΟΙΡΑ, ΟΜΩΣ, ΤΟΝ ΕΦΕΡΕ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ, ΤΟΝ ΕΚΑΝΕ ΙΝΔΑΛΜΑ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ.

  • ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΑΝΝΗΣ-ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
  • 22/5/2018
Κι όταν το νήμα της ζωής του κόπηκε τόσο ξαφνικά, ο μηχανοκίνητος αθλητισμός θρήνησε γοερά για την απώλεια ενός εξαίρετους οδηγού, μα πάνω απ’ όλα ενός σπουδαίου ανθρώπου, στον οποίον υποκλίθηκαν συναθλητές και αντίπαλοι. Γι’ αυτό ακόμα και σήμερα, μισόν αιώνα μετά τον θάνατό του, ο Jim Clark παραμένει ένα «σημείο αναφοράς» στην ιστορία της Formula 1.
 
 
Ο James Clark Junior, όπως ήταν το όνομά του, γεννήθηκε στο Κίλμανι της Σκοτίας στις 4 Μαρτίου 1936. Ήταν μόλις έξι ετών όταν οι γονείς του αποφάσισαν η οικογένεια να μετακομίσει στο Έντινγκτον Μέινς, κοντά στα σύνορα με την Αγγλία. Εκεί, στη μεγάλη φάρμα της οικογένειας Clark, ο Jim και οι τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές του θα είχαν μια καλύτερη ζωή, με τους γονείς να βγάζουν τα προς το ζην μέσα από τις αγροτικές εργασίες. Βέβαια για τα παιδιά τους ήθελαν το καλύτερο, έτσι φρόντισαν να τα στείλουν σε ιδιωτικό σχολείο κοντά στο Εδιμβούργο, όπου ο μικρός Jim είχε την πρώτη επαφή του με τον αθλητισμό, παίζοντας κρίκετ αλλά και χόκεϊ επί χόρτου. Όμως αυτό που πάντα τον συγκινούσε ιδιαίτερα ήταν η οδήγηση. 
 
Η πρώτη… απόπειρα 
 
 
Έγινε εντός των ορίων της οικογενειακής φάρμας, με το αυτοκίνητο του πατέρα του, πάνω στο οποίο έμαθε τα βασικά γύρω από την οδήγηση. Στα 17 του χρόνια σταμάτησε το σχολείο, προκειμένου να εργαστεί στη φάρμα, ενώ έβγαλε και δίπλωμα οδήγησης. Το πρώτο αυτοκίνητό του, όμως, το αγόρασε τρία χρόνια αργότερα, το 1956. Ήταν ένα Sunbeam Talbot, το οποίο δεν άργησε να το… μετατρέψει σε αγωνιστικό, συμμετέχοντας σε τοπικά rally και σε επιδείξεις δεξιοτεχνίας. Εκείνη την εποχή, άλλωστε, δεν χρειάζονταν μετατροπές τα συμβατικά αυτοκίνητα ώστε να τα οδηγούσε κανείς σε αγώνες.
Σύντομα ήρθαν οι πρώτες νίκες, σε διάφορες κατηγορίες αγώνων, στις οποίες συμμετείχε χάρη και στις ευγενικές χορηγίες φανατικών φίλων του μηχανοκίνητου αθλητισμού, οι οποίοι είχαν διακρίνει το ταλέντο και αποφάσισαν να τον βοηθήσουν. Ήταν τέτοιος ο χαρακτήρας του, όμως, που όταν παραλάμβανε τα έπαθλά του, πάντοτε έσκυβε το κεφάλι, μη μπορώντας να διαχειριστεί την δημοσιότητα. Παράλληλα, ένοιωθε ενοχές για το γεγονός πως είχε παραβεί τις οικογενειακές αρχές, μιας και οι γονείς του, του είχαν απαγορεύσει να συμμετάσχει σε αγώνες. Όμως το πάθος του για την ταχύτητα ήταν τέτοιο, ώστε κατάφερε συν τω χρόνω να τους πείσει πως ήταν… γεννημένος γι’ αυτό. Άλλωστε οι επιτυχίες ήταν συνεχείς, σημαντικές, και το μέλλον προδιαγραφόταν λαμπρό για τον 20άχρονο Jim.
Το 1958 ήταν η χρονιά που έμελλε να αλλάξει την –σύντομη, όπως αποδείχθηκε- ζωή του. Χάρη στις ενέργειες φίλων του μπόρεσε να αγωνιστεί στην πίστα του Brands Hatch με μία Lotus Elite. Ήταν τόσο εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίον οδήγησε, σε σημείο που άφησε άφωνο τον Colin Chapman, ο οποίος συμμετείχε στον αγώνα με ένα ίδιο αυτοκίνητο. Η πόρτα της Lotus μόλις είχε ανοίξει για τον 22χρονο Jim, καθώς ο Chapman διέκρινε στο πρόσωπό του έναν μεγάλο Πρωταθλητή. Το 1960 πέρασε τι… πύλες της Formula 1. Η πρώτη εμπειρία του, όμως, ήταν τραυματική.
 
Πίστα του Spa, στο δάσος των Αρδενών. Δεύτερος αγώνας για τον Clark με την Lotus 18, έπειτα από την εγκατάλειψη στο Zandvoort. Στους πρώτους γύρους του αγώνα ο Chris Bristow βρίσκει ακαριαίο θάνατο, όταν έχει έξοδο με την Cooper που οδηγούσε. Την τελευταία στιγμή ο Clark αποφεύγει να χτυπήσει το άψυχο σώμα του συναθλητή του, όμως το μονοθέσιό του γεμίζει αίματα. Λίγος γύρους αργότερα, ο teammate του στη Lotus, Alann Stacey, χάνει τον έλεγχο του μονοθεσίου του όταν τον χτυπά στο κεφάλι ένα πουλί, πέφτει στις μπαριέρες και σκοτώνεται. Αργότερα ο Clark θα παραδεχθεί πως ήταν η πιο δύσκολη ημέρα της ζωής του και πως ήταν πολύ κοντά στο να παρατούσε το Motorsport. Όμως δεν το έκανε.
Η πρώτη σεζόν πλήρους εμπλοκής του στη Formula 1, το 1961, «σημαδεύτηκε» από ακόμα ένα δυστύχημα, αυτή τη φορά με τον ίδιο να πρωταγωνιστεί. Στη Monza έπεσε πάνω στο μονοθέσιό του η Ferrari του Wolfgang Von Trips, ο οποίος σκοτώθηκε, παρασύροντας στον θάνατο και 14 θεατές. Αν και δεν έφταιγε για το δυστύχημα, ο Clark σοκαρίστηκε κι αποφάσισε να αποσυρθεί από τους αγώνες. Όμως ο ιδιοφυής Colin Chapman τον μετέπεισε και την επόμενη τετραετία ο Clark έδωσε ορισμένες από τις σπουδαιότερες «παραστάσεις» της καριέρας του, φτάνοντας στην κατάκτηση δύο παγκοσμίων Πρωταθλημάτων. Το 1962 έχασε τον τίτλο στον τελευταίο αγώνα, στη Νότιο Αφρική, εξαιτίας διαρροής λαδιού στον κινητήρα Climax V8 της Lotus 25.
Το 1963, όμως, του ανήκε ολοκληρωτικά. Παγκόσμιος πρωταθλητής, με επτά νίκες σε δέκα αγώνες (Βέλγιο, Ολλανδία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Ιταλία, Μεξικό και Νότιο Αφρική), άλλες δύο παρουσίες στο βάθρο (δεύτερος στη Γερμανία και τρίτος στις ΗΠΑ), σε μια σεζόν που δεν είχε ξεκινήσει καλά, μιας και στον πρώτο αγώνα στο Μονακό, είχε τερματίσει μόλις όγδοος! Το 1964 έφτασε κοντά στο repeat, όμως για ακόμα μία φορά ο κινητήρας τον πρόδωσε στον τελευταίο αγώνα, στο Μεξικό, και πάλι λόγω διαρροής λαδιού. Όμως το 1965 ανέβηκε και πάλι στην κορυφή του κόσμου, κατακτώντας έξι νίκες στα πρώτα επτά Grand Prix της χρονιάς (Νότιο Αφρική, Βέλγιο, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Ολλανδία και Γερμανία), ενώ τερμάτισε δέκατος στη Monza, δεν συμμετείχε στο Μονακό και εγκατέλειψε στους τελευταίους δύο αγώνες σε ΗΠΑ και Μεξικό. 
 
Το απόγειο και ο χαμός του
 
 
Η καριέρα του είχε απογειωθεί και η στενή, σχεδόν αδελφική, φιλία του με τον Chapman ήταν το εχέγγυο για ακόμα μεγαλύτερα πράγματα στο μέλλον. Την ίδια χρονιά, άλλωστε, κατάφερε να κερδίσει και το Indy 500, γράφοντας το όνομά του με χρυσά γράμματα στην ιστορία του παγκοσμίου motorsport. Άλλωστε το μόνο που του έλειψε για το «triple crown» ήταν μια νίκη στις 24 ώρες το Le Mans, καθώς ο καλύτερος τερματισμός του στις τρεις συμμετοχές του από το 1959 έως το 1961 ήταν η τρίτη θέση το 1960 με την Aston Martin DBR1/300 και συνοδηγό τον Roy Salvadori.
Το 1966 πήρε μόλις μία νίκη, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ το 1967 τερμάτισε τρίτος στο Πρωτάθλημα, έχοντας κερδίσει τα Grand Prix σε Ολλανδία, Μεγάλη Βρετανία, ΗΠΑ και Μεξικό. Η τελευταία νίκη της καριέρας του ήταν στη Νότιο Αφρική, την 1η Ιανουαρίου του 1968, εκκινώντας για 33η φορά από την pole position. Ήταν και η 25η συνολικά, με την οποία κατέρριψε το ρεκόρ του Juan Manuel Fangio. Όπως και ο μεγάλος Αργεντίνος, έτσι και ο Clark σπανίως έκανε οδηγικά λάθη, ενώ είχε μια ιδιαίτερη ικανότητα, ακόμα και όταν το μονοθέσιό του είχε πολλά προβλήματα, να βρίσκει τον τρόπο να τα ξεπερνά και να επιτυγχάνει τον στόχο του. Γι’ αυτό κι ο θάνατός του, στις 7 Απριλίου του 1968 στην πίστα του Hockenheim, κατά τη διάρκεια αγώνα της Formula 1 –στον οποίον συμμετείχε λόγω χορηγικών υποχρεώσεων της ομάδας του- δύσκολα μπόρεσε να ερμηνευτεί από τους ειδικούς της εποχής. Όμως ένα κλαταρισμένο ελαστικό αποδείχθηκε αρκετό για να του κόψει πρόωρα, μόλις στα 32 χρόνια του, το νήμα της ζωής.
 
 
Ο θάνατός του σόκαρε όλη την οικογένεια του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Πήρε χρόνο σε πολλούς συναθλητές και φίλους του, όπως οι Graham Hill, Jackie Stewart, Dan Gurney, John Surtees, Chris Amon και Jack Brabham, να ξεπεράσουν τον χαμό του. Και το ελάχιστο που μπορούσε να κάνει ο Graham Hill ήταν να του αφιερώσει το Πρωτάθλημα που κατέκτησε το 1968. Στατιστικά αν δει κανείς την αποτύπωση της καριέρας του Jim Clark, διαπιστώνει πως ήταν με διαφορά ο καλύτερος της εποχής του. Μόλις 72 εκκινήσεις σε αγώνες, με 25 νίκες, 33 pole positions, 28 ταχύτερους γύρους, 2 Παγκόσμια Πρωταθλήματα.
Αν κάποια στιγμή βρεθείτε στο Hockenheim, αναζητήστε μέσα στο δάσος –μιας και η χάραξη της πίστας έχει αλλάξει από τότε- το μνημείο που φτιάχτηκε για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι, ποιος ήταν ο τεράστιος Jim Clark…