To Deja Vu της Ελληνικής Αστυνομίας


Ανήμπορη να ερμηνεύσει το πνεύμα του νόμου και να το εφαρμόσει, η Ελληνική Αστυνομία αρκείται στον εισπρακτικό ρόλο της, στήνοντας παγίδες σε εγκληματικά ανυποψίαστους οδηγούς.

Ήταν μια φθινοπωρινή Κυριακή, πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, όταν επιστρέφοντας από την πίστα των Σερρών έμελλε να γνωρίσω το πραγματικό πρόσωπο της Ελληνικής Αστυνομίας. Εύκολος στόχος, στο αριστερό κάθισμα ενός κόκκινου Mazda RX-8, έπεσα στην κακοστημένη παγίδα μιας επίλεκτης ομάδας της Τροχαίας Αττικής, αμέσως μετά τα ελεύθερα και χωρίς κουβούκλια, εκείνη την εποχή, διόδια Αφιδνών.

Μετά το πρώτο σοκ που προκαλεί εικόνα ενός ντυμένου στα χακί οργάνου της τάξης στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Εθνικής Οδού, ακολούθησε η εύλογη απορία για την εγκληματική (sic) παράβαση στην οποία προφανώς είχα υποπέσει. Φυσικά δεν ήμουν μόνος σε αυτήν τη διαδικασία, καθώς η επίλεκτη ομάδα «Ίκαρος» είχε ακινητοποιήσει και άλλους παραβάτες.

Όταν έφτασε η δική μου σειρά και με τη σιγουριά ότι δεν έχω υπερβεί το όριο ταχύτητας των αυτοκινητοδρόμων, κινούμενος με σχεδόν 110 χλμ./ώρα, ζήτησα τις απαραίτητες εξηγήσεις, παίρνοντας την πληρωμένη απάντηση ότι υπάρχει η απαραίτητη σήμανση που ενημερώνει τους οδηγούς ότι το όριο δεν είναι 100, 110 ή 120 χλμ./ώρα, αλλά 50 χλμ./ώρα.

Επιστρέφοντας την επόμενη ημέρα στον τόπο του εγκλήματος διαπίστωσα ότι η σήμανση στην οποία αναφερόταν το κακόκεφο όργανο της τάξης ήταν μια μισοπεσμένη πινακίδα, ξεχασμένη από την εποχή που στο σημείο εκείνο λειτουργούσαν σταθμοί διοδίων, η οποία επέβαλλε στους οδηγούς να επιβραδύνουν στα 50 χλμ./ώρα σε ένα κατηφορικό τμήμα της Εθνικής Οδού με περισσότερες από τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας.

Η αναφορά μου στο συγκεκριμένο ατυχές περιστατικό μόνο τυχαία δεν είναι, μιας και δεκαπέντε χρόνια μετά το πατροπαράδοτο κυριακάτικο μπλόκο της Τροχαίας στην Εθνική Οδό ζει και βασιλεύει, υπενθυμίζοντας σε όλους μας τον τρόπο με τον οποίο η Ελληνική Αστυνομία αντιλαμβάνεται τον ρόλο της σε τούτη την κοινωνία.