The fastest of all time: Οι 25 ταχύτεροι οδηγοί όλων των εποχών!


Κάνουμε ένα flash back σε εκείνους του οδηγούς που άφησαν το δικό τους στίγμα με την ταχύτητά τους στο παγκόσμιο motorsport. Aπό τον Juan Manuel Fangio και τον Ayrton Senna, στον Michael Schumacher και τον Lewis Hamilton!

  • ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΑΝΝΗΣ-ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΦΩΤ.: ΑΡΧΕΙΟ
  • 13/9/2021

Η αλήθεια είναι πως οι απόψεις διίστανται αναφορικά με το εάν την ημέρα που κατασκευάστηκε το δεύτερο αυτοκίνητο συνέβη το πρώτο… τρακάρισμα ή έλαβε χώρα ο πρώτος αυτοσχέδιος… αγώνας! Μπορεί να συνέβησαν και τα δύο μαζί, ουδείς μπορεί να το πει με βεβαιότητα.

Το βέβαιον είναι πως από τότε που υπάρχει αυτοκίνηση, υπάρχουν και αγώνες.

Πάνω από έναν αιώνα κρατάει αυτή η… κολόνια, διάστημα κατά το οποίο αμέτρητοι αξιόλογοι οδηγοί ήρθαν και έφυγαν, και ενώ η συντριπτική πλειοψηφία έχει ξεχαστεί σε μεγάλο βαθμό στο πέρασμα του χρόνου, υπάρχουν λίγοι, εκλεκτοί, θα λέγαμε, τα ονόματα των οποίων παραμένουν ως σήμερα χαραγμένα στη μνήμη μας.

Είναι αυτοί οι «θρύλοι» του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Αυτοί που με τα κατορθώματά τους, είτε στην άσφαλτο είτε στο χώμα και στον πάγο, έμειναν ανεξίτηλοι ως προσωπικότητες στο διηνεκές, γράφοντας ιστορία.

Κάποιοι από αυτούς όχι λόγω του αριθμού των νικών ή των τίτλων τους, αλλά λόγω του ταλέντου και της ταχύτητάς τους. Ας θυμηθούμε μερικούς από αυτούς…

Klaus Ludwig 

Βασικός συντελεστής των διαδοχικών νικών της Joest στο Le Mans το 1984-1985, ο Ludwig ήταν ένας από τους ταχύτερους και πιο αξιόπιστους οδηγούς σπορ αυτοκινήτων επί τρεις δεκαετίες. Αν στην καριέρα του είχε καταφέρει να βρεθεί περισσότερα χρόνια σε εργοστασιακές ομάδες, τότε σίγουρα το βιογραφικό του θα ήταν εφάμιλλο οποιουδήποτε Παγκόσμιου Πρωταθλητή. Αρκεί να κοιτάξετε το ρεκόρ του εκτός αγώνων παγκοσμίων πρωταθλημάτων: ένας από τους λίγους που κατάφεραν να κυριαρχήσουν στην 935 τη δεκαετία του 1970, είχε πρωτοφανή επιτυχία στους γερμανικούς αγώνες σπορ αυτοκινήτων, κατακτώντας 29 νίκες στο DRM, για να προστεθούν στο ρεκόρ των 36 νικών του στο DTM και των επτά νικών του στην Interserie. Κέρδισε, επίσης, τέσσερις γύρους IMSA για τη Ford τη δεκαετία του 1980, το Sebring του 1988 με ένα 962 που έτρεχε στο Bayside, και αργότερα το στέμμα FIA GT.

Martin Brundle 

Η νέα γενιά τον έχει γνωρίσει ως τηλεσχολιαστή των γκραν πρι της Formula 1. Ωστόσο, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Βρετανός απέδειξε ότι ήταν ο καλύτερος από μια ομάδα ταλαντούχων και ταχύτατων οδηγών, που έφερε τόσο μεγάλη επιτυχία στα εργοστασιακά Jags του Tom Walkinshaw. Ο Brundle ήταν πραγματικά γρήγορος και φυσικός ηγέτης. Η σεζόν του 1988 ήταν η καλύτερή του: μία νίκη στις 24 ώρες Daytona IMSA, και στη συνέχεια πέντε νίκες στο WS PC για να κατακτήσει τον παγκόσμιο τίτλο των οδηγών. Μόλις τελείωσε την καριέρα του στη Formula 1 τη δεκαετία του 1990, αγωνίστηκε με θαυμαστή επιτυχία στο Le Mans με τη Nissan, την Toyota και την Bentley.

John Surtees 

Τι να πει κανείς για τον μοναδικό Παγκόσμιο Πρωταθλητή, τόσο στους δύο όσο και στους τέσσερις τροχούς; Ο Surtees όχι μόνο άλλαξε τον ρουν της Ferrari στη Formula 1, αλλά ήταν στο επίκεντρο των προσπαθειών της Scuderia να αποτρέψει την πλήρη κυριαρχία της Ford στους αγώνες αντοχής κατά τη δεκαετία του 1960. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν το αδιαμφισβήτητο «νούμερο ένα» της Ferrari, με διαφορά ο ταχύτερος οδηγός της.

Ο αριθμός των ταχύτερων γύρων και των pole positions είναι η τρανότερη απόδειξη της ταχύτητας και του ταλέντου του. Κάθε χρόνο θριάμβευε στο Nordschleife και στα –υπό βροχή- 1.000 χιλιόμετρα της Monza το 1966 ήταν στο γύρο 6 δευτερόλεπτα ταχύτερος από τους υπόλοιπους! Προσθέστε έναν τίτλο στην Can-Am με μια Lola 170 και φυσικά άλλους επτά στις μοτοσυκλέτες στα 350 cc (1958, 1959, 1960) και στα 500 cc (1956, 1958, 1959, 1960) και θα καταλάβετε γιατί άπαντες υποκλίνονταν στο ταλέντο του, μέχρι το 2017, οπότε εγκατέλειψε τα εγκόσμια.

Tony Brooks 

Ο Βρετανός πανηγύρισε μόλις έξι νίκες στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Formula 1, όμως στα λίγα χρόνια που αγωνίστηκε φρόντισε να αφήσει το στίγμα του, χάρη στην ταχύτητα και στην ικανότητά του. Το ομαλό, ατάραχο στυλ του ήταν ιδανικό για σπορ αυτοκίνητα, και σίγουρα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένας «σούπερ σταρ» της εποχής του.

Mario Andretti 

Η ιδιοφυΐα του πίσω από το τιμόνι όλων των τύπων αυτοκινήτων είναι θρυλική, και έτσι ήταν φυσικό τα σπορ αυτοκίνητα να… σαγηνευτούν από τη «μαγεία» του!

Στη χρυσή εποχή των αγώνων σπορ αυτοκινήτων, 1966-1973, ο Mario έπαιρνε πάντα μέρος στους αγώνες αντοχής της Daytona και του Sebring και, απέναντι σε κορυφαίους αντιπάλους, κατέκτησε την pole position στην τελευταία πίστα τέσσερις φορές μέσα σε έξι χρόνια! Όπως έκανε ακόμα τρεις φορές, με την ηρωική επιστροφή του το 1970 να είναι η πιο ικανοποιητική νίκη της καριέρας του. Το γεγονός ότι ο Jacky Ickx ήταν ευτυχής που άφησε τον Andretti να συμμετάσχει στις δοκιμές της Ferrari 312PB τους, λέει πολλά για το ταλέντο του Mario και τον σεβασμό που του έδειχναν οι συνάδελφοί του.

Juan Manuel Fangio 

Ο πρώτος των πρώτων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα μονοθέσια ήταν αυτά που «κέρδισαν» τον Fangio, αλλά δεν κερδίζεις μια Carrera Panamericana και δύο Sebring, το δεύτερο στο τιμόνι μιας Maserati 450S χωρίς φρένα, χωρίς να έχεις ικανότητα και στα σπορ αυτοκίνητα! Πέντε φορές Παγκόσμιος Πρωταθλητής στη Formula 1, αλλά με ξεχωριστή ικανότητα και σε άλλες μορφές αγώνων. Πώς να ξεχάσει, άραγε, κάθε λάτρης του σπορ, ότι ο Fangio κατάφερε να αγωνιστεί σχεδόν στον μισό αγώνα του Mille Miglia του 1953 με μόνο τον ένα τροχό να στρίβει στην Alfa Romeo του, τερματίζοντας δεύτερος πίσω από τον Giannino Marzotto;

Vic Elford 

Ο «Quick Vic» επικράτησε στο Nürburgring τρεις φορές και διεκδίκησε, επίσης, μία νίκη στο Targa Florio. Αυτό λέει τα πάντα αναφορικά με τις ικανότητες και τη γενναιότητά του.

Ο Elford επιστράτευσε απύθμενα αποθέματα αποφασιστικότητας για να παράγει σχεδόν υπεράνθρωπες επιδόσεις στο Targa Florio το 1968: δεν έσπασε απλώς το ρεκόρ γύρου, καθώς προσπαθούσε να ανακτήσει τον χρόνο που είχε χάσει λόγω προβλήματος σε δύο τροχούς, αλλά το κατέρριψε κατά περισσότερο από ένα λεπτό. Δεν είχε πάντα το καλύτερο αυτοκίνητο, αλλά, παρ΄ όλα αυτά, κέρδιζε μερικούς από τους πιο διάσημους και απαιτητικούς αγώνες. Τυχαίο; Δεν νομίζουμε…

Brian Redman 

Θέλει… κότσια να απορρίψεις την πρόταση της Porsche για να γίνεις «νούμερο 1» οδηγός της, προκειμένου να γίνεις ο άμεσος συνεργάτης του Jo Siffert. Γιατί; Επειδή με αυτόν τον τρόπο, σκέφτηκε ο Redman, θα κέρδιζε περισσότερους αγώνες. Κι είχε δίκιο, καθώς το δίδυμο κέρδισε οκτώ φορές μέσα σε δύο χρόνια. Αυτό σφυρηλάτησε τη φήμη του ως ένα εξαιρετικό «νούμερο δύο», το οποίο, μαζί με τη μοίρα που όρισε ότι δεν θα κέρδιζε ποτέ το Le Mans, σημαίνει ότι οι ικανότητές του τείνουν να υποτιμώνται. Η ρεαλιστική, ασφαλής προσέγγισή του, η προθυμία του να κάνει μόνο όσα απαιτούνται για τη νίκη, τον έκαναν το όνειρο του μάνατζερ μιας ομάδας. Αλλά μπορούσε, επίσης, να γίνει ο σταρ, όπως έκανε το 1976 χαρίζοντας στην BMW στη νίκη στη Daytona.

Stefan Bellof 

Ο νεαρός Γερμανός αγωνίστηκε στα sportscars για μόλις 20 αγώνες. Αλλά κέρδισε εννέα από αυτούς, και σημείωσε τον ίδιο αριθμό pole positions και ταχύτερων γύρων. Απίθανη αναλογία! Απλά, ήταν ο ταχύτερος, και με τον εργοστασιακό teammate του στην Porsche, Derek Bell, αποτέλεσαν το τέλειο δίδυμο το 1984, κατακτώντας τον τίτλο στο WEC.

Ίσως αυτή η άγνοια κινδύνου που τον διέκρινε να διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο συμβάν της 1ης Σεπτεμβρίου του 1985. Τότε που ανεβαίνοντας την Eau Rouge στον 78ο γύρο των 1.000 χιλιομέτρων του Σπα, είχε επαφή με τον Jacky Ickx. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή και τα τραύματα που υπέστη ο Bellof αποδείχθηκαν θανάσιμα. Αν δεν είχε συμβεί αυτό, σαφώς το μέλλον του βρισκόταν αποκλειστικά στη Formula 1.

Jochen Mass 

Στατιστικά, ο Γερμανός ξεπερνιέται μόνον από τον Ickx. Σε μια εικοσαετή καριέρα πανηγύρισε 32 νίκες στο πρωτάθλημα, μαζί με μια νίκη στο Le Mans το 1989. Βέβαια, ήταν η συνεργασία του με τον μεγάλο Βέλγο, με 19 νίκες σπάζοντας το ρεκόρ με εργοστασιακές Porsche από το 1976-1985 αυτό το οποίο τον ανεβάζει ανάμεσα στους μεγάλους. Σίγουρα, ο Ickx ήταν ταχύτερος, αλλά ο Mass άφησε με το παραπάνω το δικό του στίγμα, καθώς 14 poles δεν έρχονται εύκολα.

Ήταν, επίσης, ηγετική μορφή στη σύντομη κυριαρχία της Mercedes στο Group C και, αν και μέχρι τότε δεν ήταν τόσο γρήγορος όσο ο Jean-Louis Schlesser, σημείωσε άλλες 10 νίκες στην πιο ανταγωνιστική περίοδο των αγώνων σπορ αυτοκινήτων.

Henri Pescarolo 

Ο «Pesca» τρέχει με σπορ αυτοκίνητα για σχεδόν 35 χρόνια, μια καριέρα που περιλαμβάνει 33 συμμετοχές στο Le Mans και 21 νίκες στο παγκόσμιο πρωτάθλημα αντοχής, αλλά είναι οι τέσσερις νίκες του στον κλασικό 24ωρο γαλλικό αγώνα που του χαρίζουν αυτή την ξεχωριστή θέση στην ιστορία. Είναι αλήθεια ότι ο Pescarolo βρέθηκε στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή, ως άξονας της ανερχόμενης Matra, αλλά χωρίς το σωστό μείγμα ταχύτητας, μηχανολογικών γνώσεων και τακτικής οξυδέρκειας, δεν θα είχε αξιοποιήσει τόσο καλά αυτήν τη χρυσή ευκαιρία. Στα επιτεύγματά του αδιαμφισβήτητα συγκαταλέγονται οι νίκες του σε μια σειρά εμβληματικών αγώνων αντοχής, όπως στο Σπα το 1975, στη Σουζούκα το 1981 αλλά και στις 24 ώρες της Daytona το 1991.

Olivier Gendebien 

Ο Βέλγος ήταν ένας εξαιρετικός οδηγός grand prix, αλλά όταν του δόθηκε η ευκαιρία, επικεντρώθηκε στους αγώνες αντοχής, κυρίως με τη Ferrari. Η ανταμοιβή του ήταν τέσσερις νίκες στο Le Mans μέσα σε πέντε χρόνια και αν υπήρχε τότε τίτλος οδηγών, θα είχε κερδίσει πέντε σερί! Κέρδισε όλους τους τύπους αγώνων - δύο 12ωρα της Reims, τρία Targa Florios, τρία Sebrings και ένα 1.000 km στο Nürburgring - και σε μια επικίνδυνη εποχή, η συνεργασία του με τον Phil Hill, που προέκυψε λόγω των θανάτων άλλων οδηγών της Ferrari, ήταν διαρκής και ιδιαίτερα επιτυχημένη.

Fernando Alonso 

Με μεγάλη επιτυχία, τόσο στη Formula 1 όσο και στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Αντοχής, ο Fernando Alonso είναι αναμφίβολα ένας από τους πιο ταλαντούχους οδηγούς που κυκλοφορούν σήμερα ανάμεσά μας. Προερχόμενος από μια οικογένεια με περιορισμένα οικονομικά μέσα, ο Alonso απέδειξε τις ικανότητές του, ξεκινώντας από τα καρτ και ανεβαίνοντας στη Formula 1 το 2001 και στη συνέχεια κατακτώντας back-to-back τίτλους το 2005 και το 2006. Επιπλέον, κέρδισε τις 24 ώρες του Le Mans το 2018 και το 2019, και φυσικά τον τίτλο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Αντοχής αυτών των σεζόν, μαζί με τις 24 ώρες της Daytona το 2019.

Jim Clark 

Γεννημένος στη Σκωτία, ο Clark κατάφερε να χαράξει μια επιτυχημένη καριέρα στον μηχανοκίνητο αθλητισμό κατά τη διάρκεια των πιο ανταγωνιστικών πρώτων εποχών της Formula 1. Κατέκτησε δύο τίτλους, το 1963 και το 1965. Την τελευταία χρονιά κέρδισε, επίσης, το Indianapolis 500. Ο Clark αγωνίστηκε και εκτός της Formula 1, μετέχοντας, επίσης, σε αγώνες στη Formula 2, καθώς και με σπορ αυτοκίνητα παραγωγής και μηχανές τουρισμού. Αναγνωρισμένος από τους Times ως ένας από τους μεγαλύτερους οδηγούς όλων των εποχών, ο Clark έχασε δυστυχώς τη ζωή του το 1968 μετά από σύγκρουση σε αγώνα στη Δυτική Γερμανία. Αν ζούσε, τα επιτεύγματά του θα ήταν πολύ μεγαλύτερα.

Lewis Hamilton 

Ο Lewis Hamilton είναι ένα σύγχρονο φαινόμενο της Formula 1. Με επτά τίτλους και… αμέτρητες νίκες και pole positions, ο Βρετανός δεν είναι τυχαία ο απόλυτος κυρίαρχος των τελευταίων δέκα χρόνων στη Formula 1. Ειδικά οι επιδόσεις του στις κατατακτήριες είναι η σημαντικότερη απόδειξη του πόσο γρήγορος οδηγός είναι, ανεξάρτητα από τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε πίστα!

Graham Hill 

Μολονότι έχει περάσει σχεδόν μισός αιώνας από τον θάνατό του το 1975, ο Graham Hill εξακολουθεί να είναι αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους οδηγούς όλων των εποχών. Η καριέρα του Βρετανού πιλότου διήρκεσε μόνο ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, αν και, παρ’ όλα αυτά, κατάφερε να αποσπάσει δύο τίτλους στο πρωτάθλημα της Formula 1. Επιπλέον, κατάφερε να κάνει το «Triple Crown» κατακτώντας νίκες στις 24 ώρες του Le Mans, στο γκραν πρι του Μονακό και στο Indy 500, κάτι που ουδείς άλλος οδηγός έχει καταφέρει έως τώρα! Δυστυχώς, η καριέρα του στον μηχανοκίνητο αθλητισμό διακόπηκε τραγικά, όταν ο ίδιος, μαζί με άλλα πέντε μέλη της ομάδας, έχασαν τη ζωή τους σε αεροπορικό δυστύχημα.

Tom Kristensen 

Είναι δύσκολο να κοιτάξεις τον Tom Kristensen και να μη δεις έναν από τους σπουδαιότερους οδηγούς που έζησαν ποτέ. Όπως πολλοί άλλοι μεγάλοι, ο Δανός ανέβηκε στην ιεραρχία, κατακτώντας νίκες στις ιαπωνικές και γερμανικές σειρές Formula 3, καθώς και στη Formula 3000, στο βρετανικό πρωτάθλημα Touring Car και στο DTM. Το 1997 ο Kristensen συμμετείχε για πρώτη φορά στις 24 Ώρες του Le Mans, όπου είχε έξι διαδοχικές νίκες και στη συνέχεια άλλες τρεις, κάνοντας συνολικά εννέα νίκες-ρεκόρ και τρώγοντας το παρατσούκλι «Mr. Le Mans». Ο Kristensen κατέχει, επίσης, ρεκόρ για τις περισσότερες νίκες σε άλλους κορυφαίους αγώνες αντοχής, όπως οι 12 Ώρες του Sebring, όπου έχει μισή ντουζίνα νίκες.

Niki Lauda 

Λάτρης των αεροπλάνων και παγκοσμίου φήμης οδηγός της F1, ο Niki Lauda είχε μια επιτυχημένη, αν και ταραχώδη καριέρα στον μηχανοκίνητο αθλητισμό.

Ο μοναδικός οδηγός που κέρδισε ποτέ το πρωτάθλημα της Formula 1 πίσω από το τιμόνι τόσο μιας McLaren όσο και μιας Ferrari, ο Lauda κατέκτησε συνολικά τρεις τίτλους στη F1, τον πρώτο από τους οποίους πέτυχε το 1975. Την επόμενη χρονιά, στο Γερμανικό GP, ένα ατύχημα λίγο έλειψε να του στερήσει τη ζωή, αν και λιγότερο από δύο μήνες αργότερα, και με τα σοβαρά εγκαύματα να μην έχουν επουλωθεί, επέστρεψε στη Ferrari του στο Ιταλικό GP για να συνεχίσει τη μάχη με τον James Hunt.

Colin McRae 

Ο Colin Steele McRae, έγινε ο πρώτος Σκωτσέζος και ο νεότερος που κέρδισε τον τίτλο του οδηγού στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ράλλυ. Με 25 νίκες στο WRC, ο τολμηρός McRae κατείχε το ρεκόρ για τις περισσότερες νίκες μέχρι να τον… προσπεράσουν οι Carlos Sainz, Marcus Gronholm και οι δύο Sebastien (Loeb και Ogier). Οι επιδόσεις του McRae με την ομάδα της Subaru επέτρεψαν στην ομάδα να κερδίσει τον τίτλο των Κατασκευαστών τρεις συνεχόμενες φορές το 1995, το 1996 και το 1997. Μετά μια τετραετή θητεία στην ομάδα της Ford, όπου ο McRae κέρδισε εννέα αγώνες, μετακόμισε στη Citroën το 2003, όπου, παρά το γεγονός ότι δεν κέρδισε κανέναν αγώνα, τη βοήθησε να κερδίσει τον πρώτο της τίτλο Κατασκευαστών.

Carlos Sainz 

Γνωστός ως «El Matador», ο Carlos Sainz είναι ένας ζωντανός θρύλος των αγώνων ράλλυ. Πήρε τον πρώτο του τίτλο στο WRC για την Toyota το 1990, πριν επαναλάβει το κατόρθωμα το 1992. Και παρ΄όλο που κέρδισε μόνο δύο τίτλους στο WRC, δεν το έβαλε ποτέ κάτω.

Πρόσφατα ο Sainz αγωνίστηκε στο Ράλλυ Ντακάρ, όπου κέρδισε επίσης τρεις φορές, το 2010 με τη Volkswagen, το 2018 με την Peugeot και το 2020 με τη MINI. Ο πρώτος μη Σκανδιναβός οδηγός που κέρδισε ποτέ το Ράλλυ 1.000 Λιμνών της Φινλανδίας!

Michael Schumacher 

Για πολλούς, ο GOAT της Formula 1. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν ο Γερμανός οδηγός βρισκόταν στην ακμή του, κατέκτησε συνολικά επτά τίτλους και πανηγύρισε 91 νίκες, τις περισσότερες από κάθε άλλον πιλότο, πριν εμφανιστεί στα πάντοκ ο… τυφώνας Hamilton! Έπαιξε, επίσης, καθοριστικό ρόλο στο να βοηθήσει να αλλάξουν τα πράγματα στη Ferrari, η οποία, πριν από τον Schumacher δεν είχε κερδίσει τίτλο από το 1979.

Ayrton Senna 

Ο Ayrton Senna θεωρείται από πολλούς ως ένας από, αν όχι ο σπουδαιότερος οδηγός που πέρασε ποτέ από το άθλημα. Όπως πολλοί κορυφαίοι οδηγοί, η καριέρα του Senna στον μηχανοκίνητο αθλητισμό ξεκίνησε από το καρτ, προτού ανεβεί στην ιεραρχία του κόσμου της αυτοκίνησης για να γίνει ένας πραγματικός θρύλος. Ο Senna είχε μια λαμπρή καριέρα στη Formula 1 που περιελάμβανε δεκάδες νίκες και ένα τρίο τίτλων πρωταθλήματος από τις περισσότερες από 160 συμμετοχές του σε αγώνες της F1. Ένα από τα πιο εμβληματικά αγωνιστικά ονόματα όλων των εποχών, είχε, δυστυχώς, ένα απροσδόκητο τέλος στην καρποφόρα καριέρα του στη Formula 1, την Πρωτομαγιά του 1994 στην Ίμολα. Ήταν μόλις 34 ετών…

Alain Prost

Ο Alain Marie Pascal Prost είναι άλλος ένας θρυλικός Γάλλος οδηγός, με ιστορική καριέρα στον μηχανοκίνητο αθλητισμό.

Αφού ανακάλυψε το καρτ στην εφηβεία του, ο Alain ανέβηκε στην ομάδα της McLaren στο πρωτάθλημα της F1 σε ηλικία 24 ετών το 1980, όπου αργότερα θα στεφόταν πρωταθλητής τις σεζόν 1985, 1986, 1989 και 1993.

Με περισσότερες από 50 νίκες σε γκραν πρι, ο Prost κατείχε το ρεκόρ για τις περισσότερες νίκες σε GP από το 1987, με το ρεκόρ να παραμένει για περισσότερο από μία δεκαετία.

Η περαιτέρω εδραίωση της θέσης του ως πραγματικού θρύλου στην πίστα ήταν η βράβευσή του με το «Παγκόσμιο Αθλητικό Βραβείο του Αιώνα» στην κατηγορία του μηχανοκίνητου αθλητισμού.

Gilles Villeneuve

Ο Gilles Villeneuve κέρδισε μόνο έξι από τα 67 γκραν πρι στα οποία έλαβε μέρος και δεν έχει ούτε ένα παγκόσμιο πρωτάθλημα στο όνομά του. Η ιστορία, όμως, ξεπερνά τους αριθμούς και θα θυμάται τον μικροσκοπικό Γαλλοκαναδό ως έναν από τους μεγαλύτερους οδηγούς που πέρασαν από το σπορ. Ίσως η καλύτερη στιγμή του Villeneuve ήταν η επίδοσή του στο γκραν πρι του Watkins Glen το 1979. Ο teammate του στη Ferrari, Jody Scheckter, ο νέος παγκόσμιος πρωταθλητής, ήταν σίγουρος ότι θα ήταν άνετα ταχύτερος, μέχρι που κοίταξε τα δεδομένα που έδειχναν ότι ο Villeneuve ήταν πάνω από 9,5 δευτερόλεπτα πιο γρήγορος. Ένα τρομακτικό ατύχημα στις κατατακτήριες δοκιμές του βελγικού γκραν πρι του 1982 στοίχισε τελικά τη ζωή στον Villeneuve. Μιλώντας στην κηδεία του, ο Scheckter είπε: "Θα μου λείψει ο Gilles για δύο λόγους. Πρώτον, ήταν ο ταχύτερος οδηγός στην ιστορία των αγώνων αυτοκινήτου. Δεύτερον, ήταν ο πιο γνήσιος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ".

René Arnoux

Ο René Arnoux στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ήταν ένας από τους ταχύτερους οδηγούς της Formula 1 της γενιάς του. Τόσο γρήγορος σε έναν γύρο, όσο κανείς άλλος και ένας εν δυνάμει παγκόσμιος πρωταθλητής. Κέρδισε επτά από τα 149 Γκραν Πρι στα οποία συμμετείχε.

Ντροπαλός και κλειστός σε ένα άθλημα γεμάτο εξωστρεφείς ανθρώπους, ο Arnoux κέρδισε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Formula Renault το 1973 και το 1975 με μια εργοστασιακή Martini. Έκανε, επίσης, το ντεμπούτο του στη Formula 2 στη Vallelunga το 1974 οδηγώντας μια Elf Alpine A367-BMW και αποχώρησε από τη Formula 2 αγωνιζόμενος την τελευταία χρονιά με την Alpine. .

Η φήμη του ως ενός εκ των ταχυτέρων στη F1 επιβεβαιώθηκε με τις νίκες του στις αρχές της σεζόν στα GP της Βραζιλίας και της Νότιας Αφρικής το 1980. Αλλά ήταν στις κατατακτήριες δοκιμές που ο Arnoux ήταν ο πρωταγωνιστής, με τρεις διαδοχικές pole εκείνην τη χρονιά, ενώ άλλες τέσσερις κατά τη διάρκεια του 1981 και πέντε το 1982 υπογράμμισαν την ικανότητά του σε έναν μόνο γύρο.