Υπάρχουν ημέρες που έχεις την αίσθηση ότι ολόκληρη η Αττική -και όχι μόνο- βρίσκεται υπό εκσκαφή. Δεν έχει σημασία αν κινείσαι στα βόρεια προάστια, στα νότια, στο κέντρο ή στα δυτικά. Κάπου θα συναντήσεις ένα εργοτάξιο, μια νέα τομή στο οδόστρωμα, ένα πεζοδρόμιο που έχει αποκλειστεί ή μια λωρίδα κυκλοφορίας που έχει περιοριστεί. Και επειδή οι περισσότεροι από εμάς έχουμε πλέον συνηθίσει αυτή την εικόνα, σχεδόν παύουμε να αναρωτιόμαστε αν είναι φυσιολογική.
Οι οπτικές ίνες είναι απαραίτητες και κανείς δεν αμφισβητεί την ανάγκη ανάπτυξης σύγχρονων τηλεπικοινωνιακών υποδομών. Πρόκειται για έργα που έπρεπε να είχαν προχωρήσει εδώ και χρόνια και τα οποία μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στον ψηφιακό μετασχηματισμό της χώρας. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν βρίσκεται στα ίδια τα έργα. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο εκτελούνται και, κυρίως, στον τρόπο με τον οποίο ελέγχονται.
Το αποτέλεσμα το βιώνουμε όλοι καθημερινά. Οδηγοί, μοτοσικλετιστές, πεζοί, ηλικιωμένοι, γονείς με μικρά παιδιά. Ο καθένας με διαφορετικό τρόπο, αλλά όλοι με την ίδια αίσθηση ότι η πόλη έχει μετατραπεί σε ένα ατελείωτο εργοτάξιο, όπου η προσωρινή όχληση μοιάζει να έχει αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα.
Οι δρόμοι σκάβονται, τα πεζοδρόμια ξηλώνονται, οι τομές καλύπτονται πρόχειρα και η αποκατάσταση συχνά απέχει πολύ από αυτό που θα περίμενε κανείς μετά την ολοκλήρωση ενός έργου. Σε αρκετές περιπτώσεις, λίγους μόλις μήνες μετά τις εργασίες, εμφανίζονται καθιζήσεις, ανωμαλίες και μπαλώματα που υποβαθμίζουν την ποιότητα του οδοστρώματος και δημιουργούν νέα προβλήματα.
Θέμα ασφάλειας
Το ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο αισθητικό. Είναι πρωτίστως θέμα ασφάλειας.
Ένας οδηγός μπορεί να υποστεί ζημιά από μια κακοτεχνία ή μια επικίνδυνη τομή. Ένας μοτοσικλετιστής μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με μια αυλάκωση στο οδόστρωμα που δεν υπήρχε λίγες ημέρες πριν. Ένας ηλικιωμένος μπορεί να σκοντάψει σε ένα κατεστραμμένο πεζοδρόμιο. Μια μητέρα με καρότσι ή ένα παιδί με ποδήλατο μπορεί να αναγκαστούν να κινηθούν μέσα από ένα περιβάλλον που μόνο φιλικό και ασφαλές δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.
Όσοι κυκλοφορούμε καθημερινά στην πόλη έχουμε δει τέτοιες εικόνες. Σκαμμένα πεζοδρόμια, πρόχειρες περιφράξεις, ελλιπή σήμανση, μπάζα που παραμένουν για ημέρες ή εβδομάδες. Πρόκειται για μια πραγματικότητα που έχει γίνει τόσο συνηθισμένη, ώστε κινδυνεύουμε να τη θεωρήσουμε φυσιολογική.
Ένα σύστημα χωρίς υπεύθυνους
Το παράδοξο είναι ότι στην Ελλάδα δεν λείπουν οι κανόνες. Δεν λείπουν οι άδειες. Δεν λείπουν οι αρμόδιες υπηρεσίες. Αυτό που φαίνεται να λείπει είναι ο ουσιαστικός έλεγχος της εφαρμογής τους.
Οι δήμοι εκδίδουν άδειες τομών και εκσκαφών. Οι εταιρείες αναλαμβάνουν την υλοποίηση των έργων. Οι εργολάβοι και οι υπεργολάβοι αναλαμβάνουν την εκτέλεση. Στη θεωρία, όλα μοιάζουν οργανωμένα. Στην πράξη, όμως, η εικόνα που αντικρίζει ο πολίτης δημιουργεί εύλογες απορίες.
Αν όλα αυτά ελέγχονται, γιατί η εικόνα των πόλεών μας θυμίζει μόνιμο εργοτάξιο;
Αν υπάρχουν συγκεκριμένες προδιαγραφές, γιατί συναντάμε τόσο συχνά πρόχειρες αποκαταστάσεις και κακοτεχνίες;
Αν υπάρχουν χρονοδιαγράμματα, γιατί ορισμένες παρεμβάσεις μοιάζουν να παραμένουν ημιτελείς επί εβδομάδες ή και μήνες;
Και, κυρίως, αν υπάρχουν υπεύθυνοι, γιατί είναι τόσο δύσκολο να τους εντοπίσει ο πολίτης όταν προκύψει ένα πρόβλημα;
Η ευθύνη μοιάζει να διαχέεται μέσα σε ένα σύνθετο πλέγμα εταιρειών, εργολάβων, υπεργολάβων, δημοτικών υπηρεσιών και δημόσιων φορέων. Το αποτέλεσμα είναι ότι όταν προκύπτει ένα πρόβλημα, ο πολίτης δύσκολα γνωρίζει πού πρέπει να απευθυνθεί και ακόμη δυσκολότερα ποιος είναι τελικά υπεύθυνος για να το επιλύσει.
Και αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα από όλα.
Γιατί οι κακοτεχνίες διορθώνονται. Οι λακκούβες κλείνουν. Οι τομές αποκαθίστανται. Η απουσία λογοδοσίας, όμως, είναι πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί.
Το κόστος της προχειρότητας
Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση, η οποία αφορά άμεσα τους οδηγούς. Κάθε φορά που ένας δρόμος σκάβεται και αποκαθίσταται πρόχειρα, το οδόστρωμα δεν επιστρέφει ποτέ πραγματικά στην αρχική του κατάσταση. Οι αλλεπάλληλες τομές, τα μπαλώματα και οι κακοτεχνίες δημιουργούν δρόμους που γερνούν πρόωρα και μεταφέρουν το κόστος στους πολίτες, είτε μέσα από φθορές στα οχήματά τους είτε μέσα από την υποβάθμιση της οδικής ασφάλειας.
Το παράδοξο είναι ότι το κράτος και οι δήμοι δαπανούν σημαντικά ποσά για ασφαλτοστρώσεις και βελτιώσεις του οδικού δικτύου και λίγο αργότερα οι ίδιοι δρόμοι τεμαχίζονται εκ νέου από διαφορετικά έργα και διαφορετικούς παρόχους.
Η ευθύνη μοιάζει να διαχέεται μέσα σε ένα σύνθετο πλέγμα εταιρειών, εργολάβων, υπεργολάβων, δημοτικών υπηρεσιών και δημόσιων φορέων. Το αποτέλεσμα είναι ότι όταν προκύπτει ένα πρόβλημα, ο πολίτης δύσκολα γνωρίζει πού πρέπει να απευθυνθεί και ακόμη δυσκολότερα ποιος είναι τελικά υπεύθυνος για να το επιλύσει.
Το κόστος αυτής της προχειρότητας δεν περιορίζεται μόνο στην ταλαιπωρία. Το πληρώνει ο οδηγός που θα αλλάξει ένα ελαστικό, μια ζάντα ή ένα στοιχείο της ανάρτησης. Το πληρώνουν οι δήμοι που καλούνται να αποκαταστήσουν ξανά και ξανά τους ίδιους δρόμους. Και τελικά το πληρώνουν όλοι οι φορολογούμενοι, οι οποίοι χρηματοδοτούν επανειλημμένα παρεμβάσεις που θα έπρεπε να είχαν γίνει σωστά από την πρώτη φορά.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, ένας δρόμος σκάβεται, αποκαθίσταται και λίγους μήνες αργότερα ξανασκάβεται από άλλη εταιρεία για να περάσει το δικό της δίκτυο. Πρόκειται για μια κατάσταση που δύσκολα συναντά κανείς σε χώρες όπου υπάρχει κεντρικός σχεδιασμός και συντονισμός των υποδομών.
Όσοι έχουμε ταξιδέψει στο εξωτερικό γνωρίζουμε ότι έργα γίνονται παντού. Η διαφορά είναι ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές πόλεις υπάρχει συγκεκριμένος προγραμματισμός, αυστηρή επίβλεψη και σαφής λογοδοσία. Τα εργοτάξια έχουν αρχή, μέση και τέλος. Οι πολίτες γνωρίζουν ποιος εκτελεί το έργο, ποιος το ελέγχει και πότε αυτό θα ολοκληρωθεί.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η εικόνα που συχνά σχηματίζεται είναι ότι οι εκσκαφές εξελίσσονται παράλληλα σε δεκάδες σημεία, χωρίς επαρκή συντονισμό και χωρίς να υπάρχει κάποιος που να λογοδοτεί ουσιαστικά για το τελικό αποτέλεσμα.
Οι οπτικές ίνες είναι το μέλλον και κανείς δεν αμφισβητεί την αναγκαιότητά τους. Οι υποδομές του αύριο δεν μπορούν να υλοποιούνται με τη νοοτροπία του χθες.
Γιατί όταν η καθημερινότητα χιλιάδων πολιτών υποβαθμίζεται στο όνομα της προόδου, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο ίδιο το έργο. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αυτό σχεδιάζεται, εκτελείται και ελέγχεται.
Μέχρι τότε, οι πολίτες θα συνεχίσουν να ζουν σε πόλεις που φιλοδοξούν να γίνουν «έξυπνες», αλλά εξακολουθούν να λειτουργούν χωρίς συντονισμό, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και, κυρίως, χωρίς λογοδοσία. Και η Αττική θα συνεχίσει να θυμίζει αυτό που βλέπουμε καθημερινά: ένα απέραντο εργοτάξιο.





ΔΗΜΟΦΙΛΗ




_77761_483913_type13129.jpg)
