Η ιστορία του ελληνικού οδικού δικτύου: «Δύο και δύο κάνουν τέσσερα»


Παρακολουθούμε σήμερα πώς προσλάμβανε την τεχνολογία ο Ιωάννης Μεταξάς, θερμός θιασώτης υπό προϋποθέσεις της σύγχρονης τεχνολογίας και της επιστήμης, αλλά και πόσο μεγάλη σημασία απέδιδε στο συγκοινωνιακά έργα, ιδίως στο οδικά. 

  • ΚΕΙΜΕΝΟ: ΗΛΙΑΣ ΚΑΦΑΟΓΛΟΥ / ΦΩΤ.: ΑΡΧΕΙΟ, WIKIMEDIA COMMONS

    © 2026 CAR AND DRIVER. Απαγορεύεται οποιαδήποτε αναπαραγωγή, αντιγραφή, αναδημοσίευση ή άλλη χρήση του περιεχομένου, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Η παράβαση διώκεται.
  • 20/6/2026
Πρόσθεσε το caranddriver.gr ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Παρακολουθούμε, επίσης, αδρομερώς πώς η χρήση και η δεξίωση της τεχνοεπιστήμης συγκρότησε και τη βάση συμμαχίας των φιλοαυταρχικών, γερμανοσπουδαγμένων μηχανικών και όχι μόνον με το καθεστώς. Απότοκη αυτής της διαδικασίας ήταν (και) η ανάπτυξη των συγκοινωνιακών δικτύων και ο συντονισμός των μέσων μεταφοράς, ώστε η χώρα μας να είναι κατά το δυνατόν άριστα προετοιμασμένη για τον πόλεμο που από το 1936 προαλειφόταν.

Ο βασιλιάς Γεώργιος στον Σκαραμαγκά κατά τα εγκαίνια των ναυπηγείων, 1939.
Ο βασιλιάς Γεώργιος στον Σκαραμαγκά κατά τα εγκαίνια των ναυπηγείων, 1939.

Η πρόσληψη της τεχνολογίας από τον Ιωάννη Μεταξά –ο οποίος, θυμίζουμε, το 1885 είχε εισαχθεί στη Σχολή Ευελπίδων, από όπου είχε αποφοιτήσει με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του Μηχανικού και από το 1899 έως το 1903 μετεκπαιδεύτηκε με υποτροφία του Ελληνικού Βασιλικού Οίκου στη Στρατιωτική Ακαδημία του Βερολίνου, και εντυπωσιάστηκε βαθιά από την πρωσική αποτελεσματικότητα, σήμα κατατεθέν της Γερμανίας στις αρχές του αιώνα– δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ενιαία. Ως υπουργός Συγκοινωνιών της Οικουμενικής Κυβέρνησης δήλωνε ότι «ούτως εννοούμεν το έργον της οδοποιίας, ως κοινόν έργον όλων των Ελλήνων» και συμπλήρωνε ότι ήταν βέβαιος ότι «θα αποτελέση ένα εκ των ωραιοτέρων σταθμών της αναπτύξεως της ελληνικής εργασίας, της ελληνικής επιχειρηματικότητας, της ελληνικής αναπτύξεως και του ελληνικού πολιτισμού εν γένει». Συνέδεε, έτσι, την τεχνολογία με την κοινωνική πρόοδο. Πέντε χρόνια αργότερα, το 1931, η τεχνολογία είχε πλέον «ξεφύγει από τα χέρια μας [...] Εσταυρώσαμε τα χέρια και όλοι αναμένουμε την καταστροφή». Επομένως, η μέχρι πρότινος δεξίωση και χρήση της τεχνολογίας, από τις κυβερνήσεις πριν την 4η Αυγούστου, συνδέεται κατά κάποιον τρόπο με την παραλυσία, τον «αστικό εκσυγχρονισμό» άμεσα συνδεδεμένο με τον εκφυλισμό, σε μία κοινωνία «υπό πίεση», ύστερα από την εθνική ταπείνωση του «Ατυχούς» «Ελληνοτουρκικού πολέμου» του 1897, στον οποίο έλαβε μέρος ο Ι. Μεταξάς ως μέλος του Γενικού Επιτελείου, και τη Μικρασιατική Καταστροφή, εποχή εθνικής παρακμής και διάχυτου αισθήματος εθνικής ταπείνωσης, με κύριο συντελεστή την κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Το αίσθημα εθνικής ταπείνωσης τροφοδότησε ένα ισχυρό για αναγεννητικές πολιτικές και πολιτισμικές λύσεις, όπως, άλλωστε, ευαγγελίστηκαν, σε γενικές γραμμές, αντίστοιχα οι υπερεθνικιστικοί και φασιστικοί σχεδιασμοί, μια προγραμματική και με το βλέμμα στο μέλλον παρόρμηση να αλλάξει ο κόσμος ύστερα από τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Οι σχεδιασμοί αυτοί αξιοποίησαν ένα παρελθόν «υγιές» και μυθοποιημένο, ένα παρελθόν πηγή έμπνευσης, ώστε μία νέα, αναζωογονημένη κοινωνία να συγκροτηθεί. Επρόκειτο για τη φλογερή επιθυμία επιστροφής στο μέλλον μέσω της προσφυγής στις χαμένες πηγές της πνευματικότητας και την αξιοποίησή τους, έτσι ώστε η δυσφορία που η νεωτερικότητα δημιουργούσε να θεραπευτεί. Επρόκειτο για μία «επανασύνδεση με το μέλλον», μια Συντηρητική Επανάσταση, στο πνεύμα του Άρθουρ Μόλλερ βαν ντεν Μπρουκ, του οποίου το έργο Το Τρίτο Ράιχ (1923) επηρέασε βαθιά το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Κόμμα (NSDAP), αλλά και του Γερμανού συγγραφέα Ερνστ Γιούνγκερ.

Ο Ιωάννης Μεταξάς χαιρετά την Ελλάδα. Από το λεύκωμα του υπουργείου Τύπου και Τουρισμού, 4η Αυγούστου, 1938-1939, Εκδόσεις της 4ης Αυγούστου, αρ. 30, 1939.
Ο Ιωάννης Μεταξάς χαιρετά την Ελλάδα. Από το λεύκωμα του υπουργείου Τύπου και Τουρισμού, 4η Αυγούστου, 1938-1939, Εκδόσεις της 4ης Αυγούστου, αρ. 30, 1939.

Ο Ι. Μεταξάς ερμήνευσε την εγκαθίδρυση της δικτατορίας ως ένα πρώτο στάδιο μιας εκτεταμένης «επανάστασης ενάντια στην παρακμή», όπως, επίσης, και ως «Νέο Ξεκίνημα» στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Ήδη από το 1927, υπουργός Συγκοινωνιών στην Οικουμενική Κυβέρνηση, όπως έχουμε δει, είχε σημειώσει στο Ημερολόγιό του ότι «Είμαι πεπεισμένος ότι η πρόοδός μας είναι αδύνατη εντός του κοινοβουλευτικού καθεστώτος», ενώ την εποχή, τον Μάιο του 1932, που διεξαγόταν στην Πάντειο Σχολή Πολιτικών Επιστημών το συμπόσιο με τίτλο «Κοινοβουλευτισμός ή Δικτατορία;», έγραφε: «[Δεν υπάρχει λύτρωση και σωτηρία] ει μη διά της εξόδου εκ του κοινοβουλευτισμού και εισόδου εις νέαν κατάστασιν, μονιμωτέρας, σταθερωτέρας και ισχυροτέρας εκτελεστικής εξουσίας», συντονιζόμενος, άλλωστε, με μία σειρά από επιφανείς διανοούμενους (μεταξύ άλλων: Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Κωνσταντίνος Τσάτσος, Γιώργος Θεοτοκάς, ο οποίος το 1932, στο κείμενό του «Εμπρός στο κοινωνικό πρόβλημα» επιδίωκε λύσεις πέραν του «σκουριασμένου κοινοβουλευτισμού»).

Αυτό το πρόταγμα του «Νέου Ξεκινήματος» του Ι. Μεταξά ήταν ένα αναγεννητικό όραμα στραμμένο προς το μέλλον (ανα)πληρώνοντας το ιδεολογικό κενό ύστερα από τη Μικρασιατική Καταστροφή, κινούμενο πέραν της κοινοβουλευτικής ρύθμισης και της κομμουνιστικής επανάστασης. Αυτό το όραμα έπρεπε να τροφοδοτηθεί από μία πνευματική εκδοχή της Μεγάλης Ιδέας. Ακριβώς για την καταστροφή του πνευματικού ιδανικού της Μεγάλης Ιδέας ο Ι. Μεταξάς κατηγορούσε τον Ε. Βενιζέλο, αυθεντικό εκπρόσωπο του φιλελεύθερου, κοσμοπολίτικου και παρακμιακού, εκφυλισμένου ευρωπαϊκού πνεύματος. Τη διανοητική κρίση της περιόδου ύστερα από τη Μικρασιατική Καταστροφή, σύμφωνα με τον Ι. Μεταξά, δημιούργησε, επίσης, η εμμονή του Βενιζέλου σε «υλιστικούς στόχους», στάση και επιλογή που ήταν αδύνατον να εμπνεύσει τους νέους που αναζητούσαν νέα ιδανικά. Αυτή η νέα γενιά «δύναται να αναστηλώση τα ιδεώδη που συνέτριψεν η θεομηνία του Βενιζέλου», έγραφε ο Ι. Μεταξάς το 1935. Μία νέα εκδοχή της Μεγάλης Ιδέας θα έπρεπε να εδράζεται στην ελληνική παράδοση, στην ιστορία, στη γλώσσα και θα έπρεπε να εμπνεύσει στο ελληνικό έθνος και στη νεολαία μία αίσθηση αποστολής. Εκφράζοντας μία παλιγγενετική, αισθητική έννοια της πολιτικής δράσης, ο Μεταξάς αναγνώρισε τη φαντασία, την πίστη, τον ενθουσιασμό, την ψυχή, το πνεύμα και την αποφασιστικότητα ως τις δυνάμεις εκείνες στις οποίες η γνώση και η ορθολογικότητα έπρεπε να υπαχθούν […] Στη δική του οπτική η 4η Αυγούστου αποτελούσε, ή αναμενόταν να αποτελέσει, τη συλλογική και οργανωμένη αντιπροσώπευση μιας ενοποιημένης κοινωνίας. Εγκαινιαζόταν, έτσι, μία νεοφανής και άμεση αντιπροσώπευση του λαού, οι εθνικές αξίες αναγεννώντο, η Αριστερά αναχαιτιζόταν, ένας νέος πολιτισμός δημιουργείτο, ο «Τρίτος Ελληνικός Πολιτισμός», που ξεκάθαρα παρέπεμπε στα σύγχρονα οιονεί αντίστοιχα σχήματα «Τρίτο Ράιχ» και «Νέα Ρώμη». Ο «Τρίτος Ελληνικός Πολιτισμός» ήταν προδιαγεγραμμένος να λειτουργήσει ως ένας «νέος ιερός θόλος», ένας «νέος νόμος», για να χρησιμοποιήσουμε τη λέξη του Ρότζερ Γκρίφφιν, με αποκορύφωση της όλης διαδικασίας την αποστολή του ελληνικού λαού να δημιουργήσει τον δικό του γηγενή πολιτισμό, αξιοποιώντας τα ιδανικά της στρατιωτικής πειθαρχίας της Αρχαίας Σπάρτης και της Μακεδονίας, τα ιδανικά της θρησκευτικής πίστης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και την ιδέα της ενότητας που η 4η Αυγούστου θα εξασφάλιζε.

«Διά της συγκοινωνίας αναπτύσσεται […] η οικονομική ευημερία του τόπου»

Ο Ι. Μεταξάς ήταν θερμός θιασώτης της σύγχρονης τεχνολογίας και της επιστήμης. Υπό προϋποθέσεις, βεβαίως. Η πρώτη ήταν η ενσωμάτωση της τεχνολογίας και της επιστήμης στις δομές του αυταρχικού κράτους και των ιδανικών του: πατρίς, πίστη στον βασιλιά –«Μου είναι αδιάφορον αν ο Βασιλεύς είναι καλός ή κακός, επιβλαβής ή ωφέλιμος. Δεν εξετάζω αν οι πράξεις του προξενούν καλόν ή κακόν στο έθνος. Τον ακολουθώ τυφλώς εις ό,τι θέλει»–, πίστη στην οικογένεια, στο κράτος. Έτσι, η τεχνοεπιστημονική ανάπτυξη θα διευκολυνόταν από τις εμπλοκές του κοινοβουλευτισμού. Η επόμενη προϋπόθεση ήταν η θεμελίωση της επιστήμης και της τεχνολογίας στην πίστη έναντι του ορθολογισμού, ενώ συγχρόνως έπρεπε να υπογραμμίζεται ο πνευματικός χαρακτήρας τους. Η πρόταξη της Kultur έναντι της Zivilization, άλλωστε, ήταν βασική συνιστώσα στη σκέψη του Μεταξά, ήδη από τα χρόνια παραμονής του στη Γερμανία. Ο άψυχος τεχνικοεπιστημονικός πολιτισμός, μηχανοπoιημένος και κίβδηλος, η Zivilization, όφειλε να υπαχθεί στον εσωτερικό, βαθιά πνευματικό πολιτισμό, στην Kultur. Η τρίτη προϋπόθεση αφορούσε σε μία αναμφίλεκτη απόρριψη της ουδετερότητας της επιστήμης, της ακαδημαϊκής ελευθερίας, του στεγνού και στυγνού επαγγελματισμού.

Ως υπουργός Συγκοινωνιών, ο Ιωάννης Μεταξάς έλεγε σε ένα γεύμα στη Θεσσαλονίκη το 1927, ότι «Σας είχον πει ότι δεν αρκεί μόνον μία καλή δημοσιονομική πολιτική [...] Πρώτιστον καθήκον ημών [είναι] να πλουτίσωμεν την χώραν διά μεγάλου δικτύου συγκοινωνίας, άνευ του οποίου δεν είναι δυνατόν να υπάρξη εθνική παραγωγή». Και δήλωσε: «Ανοίγομεν νέους δρόμους διά την Μακεδονίαν [...], μη υποκύπτοντες σε οιανδήποτε έξωθεν ημών πίεσιν».

Έτσι, η εκτέλεση τεχνικών έργων συνδέεται με την προσπάθεια εξασφάλισης του υπάρχοντος κοινωνικού καθεστώτος, «την κοινωνικήν πειθαρχίαν», «την εθνικήν πειθαρχίαν» και «την ύπαρξιν ενός κράτους και μιας κυβερνήσεως σταθεράς που να γνωρίζει τι θέλει», συνδέεται, επίσης, και με την απόρριψη των «δημοκοπικών» πολιτικών κομμάτων, αλλά και με την οργάνωση. 

Συνδέεται, βέβαια, και με την ανάπτυξη της εθνικής παραγωγής και την εθνική αυτάρκεια. Έτσι, η τεχνολογία εντάσσεται σε θεσμικά πλαίσια οργανωμένης ρύθμισης επιστημονικού χαρακτήρα –προπάντων, ο σχεδιασμός, με την επικουρία του Ανώτατου Οικονομικού Συμβουλίου (ΑΟΣ), το οποίο ύστερα από το 1932 συγκροτείτο από διορισμένους εμπειρογνώμονες, χωρίς εκπροσώπηση επαγγελματικών ομάδων, όπως αρχικά είχε προβλεφθεί (1930), και από μια κυβερνητική επιτροπή, η οποία συγκροτείτο από τους υπουργούς Γεωργίας, Εθνικής Οικονομίας, Ναυτιλίας, Σιδηροδρόμων και τον υφυπουργό Εργασίας, με πρόεδρο τον Πρωθυπουργό της χώρας. 

Βεβαίως, ο τεχνικός πολιτισμός –«διά της συγκοινωνίας αναπτύσσεται και ο πολιτισμός, αναπτύσσεται και η οικονομική ευημερία του τόπου, αναπτύσσεται και η επικοινωνία των κατοίκων και ο σύνδεσμος και η αλληλεγγύη μεταξύ των», έλεγε ο Μεταξάς–, έπρεπε να εμπνέεται από τα ηθικά ιδεώδη της χώρας.

Ο Μεταξάς, λέει ο Βασίλης Μπογιατζής, «υπενθύμιζε πως η πραγμάτωση μεγάλης αξίας και υψηλού ενδιαφέροντος τεχνικών έργων ήταν αδύνατη εκτός του πλαισίου “σταθερής διακυβέρνησης”, το οποίο φυσικά δεν μπορούσε να εγγυηθεί το κοινοβουλευτικό σύστημα». Oι «υψηλές» αξίες του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού» έπρεπε να εμποτίσουν τον άψυχο τεχνολογικό πολιτισμό, ώστε να εκπληρώνεται ο «αγαθοποιός ρόλος» τους. Η αυταρχική πολιτική θέσμιση ήταν πολλαπλώς πλεονεκτική για την τεχνοεπιστημονική ανάπτυξη. Κατά πρώτον λόγο, διότι διευκόλυνε τον σχεδιασμό και την υλοποίηση τεχνολογικών έργων, κάτι το οποίο «θα ήτο αδύνατον εντός του κοινοβουλευτικού πλαισίου» – έπρεπε να παρακάμπτονται οι χρονοβόρες κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Δεύτερον, διότι πληρούσε με κοινωνική αλληλεγγύη και εθνικό μεγαλείο τους άψυχους αρμούς των τεχνολογικών δικτύων. Τέλος, διότι η ενσωμάτωση της τεχνολογίας και της επιστήμης στις δομές του έμψυχου Κράτους κινητοποιούσε την τεχνικοεπιστημονική δραστηριότητα, προκειμένου να εισφέρει στην πρόοδο της εθνικής κοινότητας, στην ηθικοποίηση της κοινωνίας και στη βαθύτερη θεμελίωση της εθνικής ιδέας.

Επομένως, προτασσόταν ο έλεγχος της τεχνολογικής ανάπτυξης, στο πεδίο της βιομηχανίας και των τεχνικών έργων, ώστε να μη διακυβευθεί η σταθερότητα του καθεστώτος, η πολιτική ρύθμιση συνιστούσε για τον Μεταξά το πλέον πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας, εφόσον διευκόλυνε τον σχεδιασμό και την υλοποίηση τεχνικών έργων, χωρίς περιττές χρονοβόρες διαβουλεύσεις και αντεγκλήσεις, προοπτική που οι Έλληνες τεχνικοί φαίνεται ότι ασπάζονταν.

Ο καθοριστικός ρόλος του Νικολάου Κιτσίκη

Ακριβώς το σχήμα που έχουμε περιγράψει για την υπό προϋποθέσεις χρήση και δεξίωση της τεχνοεπιστήμης συγκρότησε και τη βάση συμμαχίας των φιλοαυταρχικών μηχανικών με το καθεστώς. Ήδη από το 1929, ο πρόεδρος του Πολυτεχνικού Συλλόγου Σπήλιος Αγαπητός, σε ομιλία του για τα τριαντάχρονα του Συλλόγου είχε, παρουσία του Ε. Βενιζέλου, εκφράσει τις ανησυχίες του για την κυριαρχία του «μηχανοκρατικού πνεύματος», το οποίο, με αφετηρία τις ΗΠΑ, σάρωνε αρχές και αξίες και τα τελευταία ίχνη της κλασικής παράδοσης στην Ευρώπη. Προέτασσε την Kultur έναντι της Zivilization, η οποία έπρεπε να υπαχθεί στις προτεραιότητες της πρώτης. Οι θέσεις αυτές του 1929 αποδείχτηκαν απολύτως συμβατές με την εξύμνηση του Ι. Μεταξά από τον Σπ. Αγαπητό και τη δεδηλωμένη προσήλωση στα ιδεώδη του καθεστώτος, όταν ο Ι. Μεταξάς παραβρέθηκε το 1937 στο ΕΜΠ, στις εκδηλώσεις για τα 38 έτη από την ίδρυσή του. Η «Εποχή της Μηχανής» δεν ήταν συμβατή με την κοινοβουλευτική διακυβέρνηση, το έδαφος είχε, όπως μόλις είδαμε, αρμοδίως προετοιμαστεί. Δεν είναι απορίας άξιον πώς, υπό την ηγεσία του σπουδαγμένου και στη Γερμανία, όπου εργάστηκε στην εταιρεία Kammerrichwerke στο Βερολίνο (1911-1913), και στη Γαλλία καθηγητή του ΕΜΠ, γερουσιαστή παμψηφεί του τεχνικού κόσμου (1929-1935) και αντιπρύτανη και πρύτανη (1939-1941 και 1943-1945) του ΕΜΠ, πολιτικού μηχανικού και ηγετικής μορφής στον χώρο των Ελλήνων μηχανικών, Νικολάου Κιτσίκη, (1887-1978), προέδρου του ΤΕΕ το 1931 –οπότε ίδρυσε και άρχισε να διευθύνει τα Τεχνικά Χρονικά– και έως το 1935, οπότε επανεξελέγη, βαθμιαία ανέπτυξε μία ιδεολογία τεχνοκρατικού κορπορατισμού.

Η «Εποχή της Μηχανής» δεν ήταν συμβατή με την κοινοβουλευτική διακυβέρνηση, το έδαφος είχε  αρμοδίως προετοιμαστεί. Δεν είναι απορίας άξιον πώς, υπό την ηγεσία του σπουδαγμένου και στη Γερμανία, όπου εργάστηκε στην εταιρεία Kammerrichwerke στο Βερολίνο (1911-1913), και στη Γαλλία καθηγητή του ΕΜΠ, γερουσιαστή παμψηφεί του τεχνικού κόσμου (1929-1935) και αντιπρύτανη και πρύτανη (1939-1941 και 1943-1945) του ΕΜΠ, πολιτικού μηχανικού και ηγετικής μορφής στον χώρο των Ελλήνων μηχανικών, Νικολάου Κιτσίκη, (1887-1978), προέδρου του ΤΕΕ το 1931 –οπότε ίδρυσε και άρχισε να διευθύνει τα Τεχνικά Χρονικά– και έως το 1935, οπότε επανεξελέγη, βαθμιαία αναπτύχθηκε μία ιδεολογία τεχνοκρατικού κορπορατισμού.
Η «Εποχή της Μηχανής» δεν ήταν συμβατή με την κοινοβουλευτική διακυβέρνηση, το έδαφος είχε αρμοδίως προετοιμαστεί. Δεν είναι απορίας άξιον πώς, υπό την ηγεσία του σπουδαγμένου και στη Γερμανία, όπου εργάστηκε στην εταιρεία Kammerrichwerke στο Βερολίνο (1911-1913), και στη Γαλλία καθηγητή του ΕΜΠ, γερουσιαστή παμψηφεί του τεχνικού κόσμου (1929-1935) και αντιπρύτανη και πρύτανη (1939-1941 και 1943-1945) του ΕΜΠ, πολιτικού μηχανικού και ηγετικής μορφής στον χώρο των Ελλήνων μηχανικών, Νικολάου Κιτσίκη, (1887-1978), προέδρου του ΤΕΕ το 1931 –οπότε ίδρυσε και άρχισε να διευθύνει τα Τεχνικά Χρονικά– και έως το 1935, οπότε επανεξελέγη, βαθμιαία αναπτύχθηκε μία ιδεολογία τεχνοκρατικού κορπορατισμού.

Η επιστημονική και επαγγελματική πορεία του Νικολάου Κιτσίκη, εξάλλου, καταδεικνύει το πρόταγμά του για τη σύνδεση των μηχανικών με το κράτος. 

Υπήρξε Νομομηχανικός Πρεβέζης (1913-1914) και στη συνέχεια Πρεμετής, κατόπιν τεχνικός σύμβουλος Γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας, μηχανικός σιδηροδρόμων Θεσσαλίας (1914-1915) και αρχιμηχανικός του Δήμου Παγασών Βόλου (1915-1916), οπότε και εξελέγη σε ηλικία 29 ετών τακτικός καθηγητής Εφηρμοσμένης Στατικής, Σιδηρών Γεφυρών και Έργων εκ Σιδηροπαγούς Σκυροδέματος του ΕΜΠ.

Την περίοδο 1917-1920, επί κυβερνήσεως Ε. Βενιζέλου, διορίστηκε Γενικός Διευθυντής Δημοσίων Έργων στο Υπουργείο Συγκοινωνίας με υπουργό τον Αλ. Παπαναστασίου. Ως Γενικός Διευθυντής Δημοσίων Έργων, ο Ν. Κιτσίκης είχε αποφασιστική συμβολή στη σύνταξη και στην ψήφιση του μεταρρυθμιστικού για το ΕΜΠ νόμου 980/1917, ο οποίος καθιέρωνε την πενταετή διάρκεια σπουδών στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών (ως τότε ήταν τετραετής), ίδρυε τις Σχολές Χημικών και Τοπογράφων Μηχανικών και οργάνωνε με ακαδημαϊκό τρόπο τη διοίκηση των Σχολών καθιερώνοντας τον θεσμό των Κοσμητόρων, επικεφαλής των Σχολών, και της Συγκλήτου. Στην περίοδο αυτήν, ο Ν. Κιτσίκης επιχείρησε μία περισσότερο οργανική σύνδεση του Πολυτεχνείου με το Υπουργείο Συγκοινωνίας, που τότε ήταν το εποπτεύον για το ΕΜΠ υπουργείο, όχι μόνο από τη σκοπιά της διοικητικής εποπτείας, αλλά και απ’ αυτήν της θεσμικής κατοχύρωσης ρόλου επιστημονικού συμβούλου στο ΕΜΠ για τον σχεδιασμό της πολιτικής του Υπουργείου. Έτσι, με τον νόμο 972α/1917 καθιερώθηκε η ex officio συμμετοχή των καθηγητών των Σχολών Πολιτικών Μηχανικών και Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ στο Συμβούλιο των Δημοσίων Έργων, το ύπατο συμβουλευτικό όργανο του Υπουργείου.

Παράλληλα, την περίοδο αυτή, ο Ν. Κιτσίκης βοήθησε στη μετάκληση στην Ελλάδα γνωστών Ελλήνων μηχανικών του εξωτερικού και συνέβαλε στην ανοικοδόμηση (μετά τη φωτιά) της Θεσσαλονίκης. Ύστερα από την παραίτησή του από τη Γενική Διεύθυνση Δημοσίων Έργων, υπήρξε Τεχνικός Διευθυντής της αγγλικής εταιρείας McAlpine (1921-1928) που κατασκεύασε το λιμάνι του Ηρακλείου Κρήτης, Τεχνικός Σύμβουλος της αμερικανικής εταιρείας Foundation and Co, που μελέτησε τα αντιπλημμυρικά και αποξηραντικά έργα της πεδιάδας Θεσσαλονίκης, και επί οκταετία τεχνικός σύμβουλος του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς (1937-1945).

Το 1928 ο Ν. Κιτσίκης εξελέγη Κοσμήτορας της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών και ως συγκλητικός, σε συνεργασία με τον τότε πρύτανη Δημήτριο Λαμπαδάριο (1928-1933), προερχόμενο από τη Σχολή Αγρονόμων-Τοπογράφων Μηχανικών, με σπουδές πολιτικού μηχανικού στο ΕΜΠ και πτυχιούχο του Γεωδαιτικού Ινστιτούτου της Δρέσδης, πρωτοστάτησε σε νέες μεταρρυθμίσεις για το ΕΜΠ. Τα αποτελέσματα εντατικών διαβουλεύσεων στη Σύγκλητο αποτυπώθηκαν με την ψήφιση του νόμου 3940/1929 που θέσπιζε τον ρόλο του ΕΜΠ ως τεχνικού συμβούλου του κράτους (είτε αφού ερωτηθεί είτε αυτεπαγγέλτως διά των επιστημόνων του) και καθιέρωνε τους θεσμούς του Πρύτανη (μετονομάζοντας, έτσι, τον Διευθυντή), του Αντιπρύτανη (του αρχαιότερου των Κοσμητόρων) και των συλλογικών οργάνων διοίκησης –μεταξύ αυτών, των συλλόγων καθηγητών των επιμέρους Σχολών (με τη σημερινή ορολογία: των Γενικών Συνελεύσεων των Σχολών) που για πρώτη φορά καθιερώθηκαν, δίνοντας, έτσι, αυτόνομη υπόσταση στις Σχολές.

Αυτές και άλλες αλλαγές που διεύρυναν την αυτοτέλεια του ΕΜΠ και ενίσχυσαν το ακαδημαϊκό του προφίλ, αλλά και τη δημοκρατική λειτουργία του, ανήκαν ουσιαστικά στο σώμα προτάσεων του Κιτσίκη. 

Ο Ν. Κιτσίκης εξελέγη παμψηφεί γερουσιαστής του τεχνικού κόσμου, όπως είδαμε, εκπροσωπώντας το ΕΜΠ και το νεότευκτο ΤΕΕ για δύο τριετείς περιόδους (1929 και 1932, κατά τη δεύτερη περίοδο, μέχρι το 1935, ήταν και Αντιπρόεδρος του σώματος).

Η προεδρία του στο ΤΕΕ έχει μείνει ιστορική και ο ίδιος εξελίχθηκε σε εμβληματική ηγετική προσωπικότητα του τεχνικού κόσμου. Τις διαλέξεις για την ανάπτυξη της χώρας που οργάνωσε το 1931 ως Πρόεδρος του ΤΕΕ στην Αρχαιολογική Εταιρεία, με ομιλητές τον ίδιον και πάνω από 50 διαπρεπείς Έλληνες τεχνικούς και οικονομολόγους, παρακολουθούσαν τακτικά ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος και το Υπουργικό Συμβούλιο. Εκδόθηκαν σε τόμο 2.000 σελίδων, με τον γενικό τίτλο Η οικονομική έρευνα των μεγάλων τεχνικών ζητημάτων, θέτοντας τις βάσεις για όλα τα μετέπειτα ελληνικά αναπτυξιακά προγράμματα.

Το 1936 αναγορεύθηκε doctor honoris causa του Πολυτεχνείου του Βερολίνου «για τις πολυάριθμες εξαίρετες επιστημονικές εργασίες του», ενώ ύστερα από την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου ο Νικόλαος Κιτσίκης, μαζί, μεταξύ άλλων, με τον Γεώργιο Βλάχο, τον Αχιλλέα Κύρου, τον Λέοντα Μακκά, τον Παντελή Πρεβελάκη, τον Στρατή Ανδρεάδη, συμμετείχε στο «Ανώτατον Γνωμοδοτικόν Συμβούλιον της Πνευματικής Επιστρατεύσεως», όργανο που αποσκοπούσε στη δέσμευση των διανοουμένων στον κοινό εθνικό σκοπό, βάσει των ιδεολογικών προταγμάτων της 4ης Αυγούστου. 

Στην περίοδο της Κατοχής υπήρξε επιφανές μέλος του ΕΑΜ, συνελήφθη και φυλακίστηκε δύο φορές, από τους Ιταλούς και ύστερα από τους Γερμανούς. Ωστόσο, κατάφερε τα οκτώ κρίσιμα χρόνια που ήταν στην κορυφή του ΕΜΠ να είναι χρόνια εξαιρετικής ακμής για το ΕΜΠ, παρά τη συγκυρία.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, μεσούσης της Κατοχής, το ΕΜΠ, επί πρυτανείας Ν. Κιτσίκη και με αποφάσεις της Συγκλήτου, προχώρησε σε δύο σημαντικές νομοθετημένες μεταρρυθμίσεις. Με την πρώτη (ν. 935/1943) προβλέφθηκε για τη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών η δημιουργία δύο κατευθύνσεων (κλάδων) σπουδών μονοετούς διάρκειας: (α) Κατασκευαστών και Συγκοινωνιολόγων Μηχανικών και (β) Υδραυλικών Μηχανικών. Με τη δεύτερη (ν. 1493/1944) ιδρυόταν, μεταξύ άλλων, η Σχολή Γενικών Εφηρμοσμένων Επιστημών, μεταπτυχιακού επιπέδου, που θα χορηγούσε διδακτορικά διπλώματα στις Φυσικομαθηματικές Επιστήμες. Και οι δύο αυτές μεταρρυθμίσεις εξέπεσαν το 1946 με την πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου 295/1946. Χρειάστηκε να περάσουν 34 χρόνια πριν επανιδρυθούν κατευθύνσεις στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών (1977) και 55 χρόνια πριν επανιδρυθεί η Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών (με το ΠΔ 202, 3-6 Σεπτεμβρίου 1999 επί Πρυτανείας Θ. Ξανθόπουλου), αυτήν τη φορά ως προπτυχιακή σχολή – εν τω μεταξύ, θυμίζουμε, επί τη ευκαιρία, ο Νικόλαος Κιτσίκης έγινε πρόεδρος του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου (1945-1949), συνιδρυτής με τον Δημήτριο Μπάτση του επιστημονικού περιοδικού Ανταίος (1945-1951) και Γενικός Γραμματέας της Επιστημονικής Εταιρείας Νεοελληνικών Προβλημάτων με τον τίτλο «Επιστήμη-Ανοικοδόμηση» (ΕΠ.ΑΝ.) και εξελέγη βουλευτής της ΕΔΑ το 1956, το 1958, το 1961, το 1963 και το 1964 στην περιφέρεια Δήμου Αθηναίων.

Η επιστημονική και επαγγελματική πορεία του Νικολάου Κιτσίκη καταδεικνύει το πρόταγμά του για τη σύνδεση των μηχανικών με το κράτος, παράγοντας αποφασιστικός για την εκπόνηση μεγάλης εκτάσεως τεχνικών έργων, καθώς η χώρα προετοιμαζόταν για τον πόλεμο.
Η επιστημονική και επαγγελματική πορεία του Νικολάου Κιτσίκη καταδεικνύει το πρόταγμά του για τη σύνδεση των μηχανικών με το κράτος, παράγοντας αποφασιστικός για την εκπόνηση μεγάλης εκτάσεως τεχνικών έργων, καθώς η χώρα προετοιμαζόταν για τον πόλεμο.

Η τεχνική και επιστημονική δραστηριότητα ενσωματώθηκε, χάρη στην καθοριστική παρέμβαση του Νικολάου Κιτσίκη, στο κράτος, το οποίο συνήγειρε τη δραστηριότητα των τεχνικών ώστε να συνεισφέρει στην πρόοδο της εθνικής κοινότητας, στη θεμελίωση της εθνικής ιδέας. Πρόκειται, μάλλον για τεχνοκρατικό «ολοκληρωτισμό», με το τεχνολογικό φαντασιακό αναπαυτικά εγκατεστημένο στα έργα και στις ημέρες των Ελλήνων μηχανικών, με 2.000 από αυτούς να εργάζονται στα δημόσια έργα της εποχής της 4ης Αυγούστου, ενώ χάρη στις άοκνες προσπάθειες του ΤΕΕ τα μεγάλα έργα εκείνης της περιόδου, όσα είχαν ξεκινήσει στο παρελθόν, πριν τη Δικτατορία, και δεν είχαν ολοκληρωθεί, και αυτά της «Γραμμής Μεταξά», υλοποιήθηκαν από ελληνικές τεχνικές εταιρείες και μηχανικούς.

«Η ανάγκη του ανήκειν σε μία συνεκτική εθνική κοινότητα»

 Οι (κυρίως γερμανοσπουδαγμένοι) τεχνικοί, βέβαια, κατέβαλαν το τίμημα της βοήθειας που το κράτος τους παρείχε: η καθυπόταξη των τεχνοκρατών στην ισχύ των εθνικών ιδανικών και ανάλογων αξιών, αν δεν θεωρήθηκε απαραίτητη, εκλήφθηκε, πάντως, ως ιδιαίτερα επιθυμητή. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Δικτατορίας, πάντως, οι μηχανικοί δήλωναν σε πλείστες όσες ευκαιρίες «την ανάγκη του ανήκειν σε μία συνεκτική εθνική κοινότητα», όπως, λόγου χάριν, ο Φρίξος Θεοδωρίδης που υπήρξε ιπτάμενος πιλότος, μηχανικός αεροπλάνων, ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος της «Βασιλικής Αερολέσχης Ελλάδος», καθηγητής στις σχολές αεροπορίας και τεχνικός σύμβουλος της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας κατά τα πρώτα χρόνια του Μεσοπολέμου, καθηγητής στο ΕΜΠ, ο οποίος άπαξ αρθρογράφησε για τη στενή σχέση Αεροπορίας και Πολυτεχνείου στο Νέον Κράτος, προκειμένου να καταδείξει ότι η μηχανή –πολεμικό αεροπλάνο– ήταν δυνατόν να αποτελέσει «χαλύβδινο υποστήριγμα της πνευματικότητας του Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού».

 Ο Ι. Μεταξάς υπογράμμιζε τη γόνιμη και παραγωγική σύνδεση των μηχανικών με το καθεστώς, προκαλώντας το ενδιαφέρον πολλών αξιωματούχων των Ναζί, όπως αποδεικνύουν οι επισκέψεις του Γιόζεφ Γκέμπελς και του ηγέτη του Γερμανικού Λαϊκού Μετώπου Ρόμπερτ Λέι, αλλά και η αναγόρευση από τον Γερμανό πρέσβη στη χώρα μας σε επίτιμους διδάκτορες των Τεχνικών Πανεπιστημίων Βερολίνου και Μονάχου του Νικολάου Κιτσίκη, αντιπρύτανη του ΕΜΠ το 1937, και του πρύτανη Κωνσταντίνου Γεωργικόπουλου, κατά τους εορτασμούς της εκατονταετηρίδας του ΕΜΠ. Εξάλλου, η αρθρογραφία στα Τεχνικά Χρονικά για τα επιτεύγματα του Ράιχ στην οδοποιία, αφού με αυτήν ασχολούμαστε εδώ, στους αυτοκινητοδρόμους, όπως το σχετικό άρθρο του Θεοφάνη Π. Δεσποτόπουλου, καθηγητή Γεφυροδοποιίας και Σιδηροδρομικής, ή τους δρόμους της Βαυαρίας, αλλά και της Ιταλίας, ήδη από το 1927 στο πρόδρομο των Τεχνικών Χρονικών περιοδικό Έργα, και της Πορτογαλίας, έδινε τον τόνο, μαζί με τα στάδια του Άλμπερτ Σπέερ, για να μείνουμε σε δύο μόνον παραδείγματα. 

Αναλόγως και πλείστοι όσοι δημοσίως δρώντες διανοούμενοι, όχι απαραίτητα (φιλο)μεταξικοί, κατά τη μεταξική περίοδο διακυβέρνησης, σε ένα πλαίσιο σύμφυρσης κινήτρων συμφεροντολογικών και ιδεολογικών ανησυχιών, μπόρεσαν να συνυπάρξουν αρμονικά με το καθεστώς: «Μεγάλο τμήμα της φιλελεύθερης διανόησης [μπόρεσε] να συνυπάρξει αρμονικά με (ή και να αφομοιωθεί σε) δικτατορικό καθεστώς που υποσχόταν να θεραπεύσει (ή τουλάχιστον να αμβλύνει) την κοινωνική της αποξένωση και να αναγνωρίσει την προσφορά της», με τα λόγια του Τάκη Καγιαλή. Αλλιώς: «Η λογοκρισία [της Δικτατορίας] δεν ξέρω για ποιο λόγο, το πιθανότερο από άγνοια, δε μας θεώρησε ποτέ επικίνδυνους, και δεν έφερε καμιά δυσκολία στην πολλαπλή μας δραστηριότητα» σημειώνει ο Ελύτης στο «Χρονικό…» του.

«Μήπως δεν είναι έργον σας οι δρόμοι οι στρατιωτικοί;»

Οι τεχνικοί, για να επιμείνουμε σε αυτούς, δεν μπορεί να μην ενδιαφέρονται για «την πολεμική περιπέτεια», τους έλεγε ο Ι. Μεταξάς στο πλαίσιο ενός λόγου του τον Απρίλιο του 1939. «Μήπως δεν είναι έργον σας τα οχυρώματα, τα οποία στεφανώνουν τα σύνορά μας; Μήπως δεν είναι έργον σας οι δρόμοι οι στρατιωτικοί, οι οποίοι διασχίζουν την βόρειον Ελλάδα; Μήπως δεν είναι έργον σας οι σιδηρόδρομοι; [...] Μήπως δεν είναι έργον σας τα οχυρά της χώρας; Μήπως δεν είναι έργον σας τα επάκτια οχυρά της χώρας; Ιδίως τα επάκτια οχυρά του Σαρωνικού, εις τα οποία ελύθησαν τεχνικά προβλήματα σπουδαιότατα;».

Ωστόσο, το κύριο έργο τους ήταν ειρηνικό, διαβεβαίωνε ο Ι. Μεταξάς αυτούς για τους οποίους «δύο και δύο κάνουν τέσσερα». Επομένως, πρέπει να βαδίζουν οι τεχνικοί μετρώντας το κάθε βήμα τους και την κάθε τους πράξη, «ώστε να είμεθα στερεωμένοι εις κάθε λεπτομέρειαν επί εδάφους ακλονήτου», στο πλαίσιο ενός οράματος στραμμένου προς το μέλλον, γεωργημένου με υλικά μιας νέας ανάγνωσης του παρελθόντος που παραπέμπει σε σταθερές αξίες και σε μια υγιή και αναγεννημένη εθνική κοινότητα, στο πλαίσιο της οποίας οι κοινωνικές συγκρούσεις απουσιάζουν, αλλά και η συναφής έλλειψη ιδεωδών. Η «εθνική ψυχή», αυτό το υγιές στοιχείο του παρελθόντος, συνιστούσε το οδόσημο προς το μέλλον.

Ο πόλεμος προ των θυρών

«Προβλέπω πόλεμον μεταξύ Αγγλικού και Γερμανικού συγκροτήματος. Πόλεμον πολύ χειρότερον από τον προηγούμενον. Εις τον πόλεμον αυτόν θα κάνω ό,τι μπορώ διά να μη εμπλακεί η Ελλάς, αλλά τούτο δυστυχώς θα είναι αδύνατον […] Είναι περιττόν να σας είπω ότι η θέσις μας εις την σύρραξιν αυτήν θα είναι παρά το πλευρόν της Αγγλίας»: ιδού τι δήλωσε εμπιστευτικά ο Ιωάννης Μεταξάς –«ο μεγαλύτερος στρατηγικός νους που διέθετε η χώρα τον 20ό αιώνα», για να επαναλάβω τη λέξη του Σπυρίδωνα Πλουμίδη – στο πλαίσιο συνεδρίασης του Ανωτάτου Ναυτικού Συμβουλίου τον Οκτώβριο ή τον Νοέμβριο του 1936, όπως θυμάται ο ναύαρχος Επαμεινώνδας Καββαδίας. Οι διεθνείς εξελίξεις και η κατάληξή τους ήταν ξεκάθαρες για τον έμπειρο πολιτικό –αλλά και στρατιωτικό– που μερικούς μήνες πριν είχε καταλύσει το δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας και εργωδώς ασχολήθηκε με την πολεμική προετοιμασία της χώρας για την καταιγίδα που προμηνυόταν, ήδη πολύ πριν «η Ιταλία ανοίξει τα χαρτιά της», για να χρησιμοποιήσω τη φράση της Μαρίνας Πετράκη.

Μερικές εβδομάδες αργότερα, ο τότε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ) Αλ. Παπάγος, σε εμπιστευτική του έκθεση για τη δημιουργία Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας, αναφέρει: «[...] η Ελλάς δέχεται μέχρι σήμερον την πίεσιν των βορείων γειτόνων της. Το γε νυν έχον αντιμετωπίζομεν επιβουλήν, της Βουλγαρίας, ραγδαίως ανασυγκροτουμένης, ουδόλως δε αποκλείεται να προσβληθώμεν και από την γειτονικήν Μεγάλην Δύναμιν, την Ιταλίαν […]», και λίγο αργότερα, τον Φεβρουάριο 1937, ο κατόπιν αντιστράτηγος, τόνιζε σε υπόμνημά του: «Τον Οκτώβριον 1935 ηπειλήθη η ειρήνη εκ της Αγγλο-Ιταλικής διενέξεως εκ του Αιθιοπικού ζητήματος. Η ανάγκη των πραγμάτων ολίγου δειν θα μας ήγε εις το να εμπλακώμεν και ημείς, οπότε θα είχομεν να αντιμετωπίσωμεν αμέσους κινδύνους εκ μέρους της Ιταλίας και της Βουλγαρίας».

Ακριβώς με την προετοιμασία της χώρας σε ότι εδώ μας αφορά θα αρχίσουμε να ασχολούμαστε από το επόμενο Σαββατοκύριακο.

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ

Χατζηιωσήφ, Χρήστος, «Κοινοβούλιο και δικτατορία», στο Χατζηιωσήφ, Χρήστος [επιμ.], Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, 1922-1940. Ο Μεσοπόλεμος, Βιβλιόραμα, 2002, Τόμος Β2.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΦΙΑ

 Μπογιατζής, Βασίλης, Μετέωρος μοντερνισμός, Ευρασία 2012, σσ. 267-269, και, γενικότερα, για «Το επιστημονικό και τεχνολογικό φαινόμενο ως διακριτή συνιστώσα της πολιτικής σκέψης του Ιωάννη Μεταξά», βλ., το ομότιτλο άρθρο του ιδίου, Νεύσις, τχ. 19 [2010-2011], σσ. 208-229. Για την πρωσική αποτελεσματικότητα, βλ., Ekstein, Modris, Rites of Sring: The Great War and the Birth of the Modern Age, Mariner, Βοστώνη, 1989, σσ. 70-73.

 Griffin, Rogger, Modernism and Fascism, ό.π., σσ. 45-48, 177-178, 233-234. Για τον αδιαπραγμάτευτο μελλοντικό προσανατολισμό των εθνικιστικών κοινωνικοπολιτικών σχεδίων ανανέωσης, βλ., Osborn, Peter, The politics of time, Verso, Λονδίνο, 1995. Για το «νέο ξεκίνημα», βλ., λόγου χάριν Hard, Mikael και Jamison, Andrew (επιμ.) , The Intellectual Appropriation of Technology: Discourses on Modernity, The MIT Press, Λονδίνο 1998.Για μία κατεύθυνση στρεφόμενη προς το μέλλον σε σχέση με το ιδεολογικό κενό ύστερα από τη Μικρασιατική Καταστροφή, βλ., επιπρόσθετα στη βιβλιογραφία του Β. Μπογιατζή, Kallis, Aristotle, «Neither Fascist nor Autorization: The 4th of Auguste Regime in Greece and the Dynamics of Fascistisation», East Central Europe, τχ. 372/2-3 (2010), σσ. 303-330. Για τη «Νέα Ρώμη», βλ. Kallis, Aristotle, The Third Rome, 1922-1943: The Making of the Fascist Capital, Palgrave, MacMillan, Λονδίνο, 2014. Μπογιατζής, Βασίλης Α., «Ο πόθος για μια συντηρητική επανάσταση: γερμανικές επιρροές στην πολιτικοποίηση επιστήμης και τεχνολογίας κατά τη διάρκεια του ελληνικού Μεσοπολέμου», Ψαλιδόπουλος, Μιχάλης Μ., Επιστημονικές ανταλλαγές μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, 1870-1933. Επιρροές και επεξεργασίες, Μεταμεσονύκτιες εκδόσεις, 2013, σ. 146, και του ίδιου: «Από τη Συντηρητική Επανάσταση στο Νέον Κράτος: ξένοι συντηρητικοί και φασίστες διανοούμενοι στα περιοδικά της μεταξικής δικτατορίας», Τα ιστορικά, τχ. 60, Ιούνιος 2014, σσ. 83-106. Πρβλ., συγχρόνως, Μπογιατζής, Βασίλης, «Ένα βιβλίο για τον κόσμο των ιδεών στο Μεσοπόλεμο» (συνέντευξη του Β. Μπογιατζή στον Στάθη Κουτρουβίδη), Εποχή, 20 Ιουλίου 2014. Για τις απόψεις του Ι. Μεταξά, όπως από τον ίδιο διατυπώθηκαν, βλ. Χρηστίδης, Χρήστος (επιμ.), Ιωάννης Μεταξάς: Το προσωπικό του ημερολόγιο, τόμος 1, Γκοβόστης, 1980, 22006, σσ. 96-99, 467-468, 587-589, 648, τόμος 2, Γκοβόστης, 2006, σσ. 25-26, 48-49, 94-96, 316, 325, 371-372, 456-462 και σποράδην, τόμος 3, Γκοβόστης 2006, σσ. 615, 666,694-696, 851, σε σχέση και με την τεχνοφιλία του. Για τις προϋποθέσεις ώστε η τεχνολογία να εκπληρώσει την εγγενώς προοδευτική αποστολή της, βλ. Ιωάννου Μεταξά, Λόγοι και Σκέψεις, 1936-1941, τόμος 1 [1936-1938], Γκοβόστης, 1969, σσ. 186-187, 216-217, 238-239, 351-352. Για τον Νικόλαο Κιτσίκη και τη στάση των Ελλήνων μηχανικών απέναντι στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου, βλ., Αντωνίου, Γιάννης, Αντωνίου, Γιάννης, Οι Έλληνες μηχανικοί. Θεσμοί και ιδέες 1900-1940, Βιβλιόραμα, 2006, σσ. 245, 391-394, 401-402. Για το ΕΜΠ το 1939, το οργανόγραμμα, τους καθηγητές, τα μαθήματα, βλ., «Το σημερινόν Πολυτεχνείον. Η εκατονταετηρίς του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, 1837-1937», Τεχνικά Χρονικά, έτος Η΄, τόμος 16, τχ. 181 (1 Ιουλίου 1939), σσ. 115-150. Για τον Νικόλαο Κιτσίκη, βλ. λόγου χάριν, Χαλκιαδάκης, Εμμανουήλ Γ., Το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας στον Μεσοπόλεμο. Σύσταση, λειτουργία, εξέλιξη. Ο ρόλος του Νίκου Κιτσίκη, ΤΕΕ, 2003. Επίσης, Παππά, Έλλη και ΤΕΕ, Νίκος Κιτσίκης: Ο επιστήμονας, ο άνθρωπος, ο πολιτικός: 1986, και «Νικόλαος Κιτσίκης: βιογραφικό σημείωμα (1961)», Kosmosnf.gr/2014/12/kitsikis-5/ (πρόσφατη πρόσβαση: 28 Μαρτίου 2025) Για τους γερμανικούς και ιταλικούς αυτοκινητοδρόμους, βλ., λόγου χάριν, ενδεικτικά, Δεσποτόπουλος, Θεοφ[άνης] Π., «Το δίκτυον των γερμανικών αυτοκινητοδρόμων», Τεχνικά Χρονικά, έτος Ε΄, τόμος 14, τχ. 163 (1 Οκτωβρίου 1938), σσ. 890-897 και Ζέγγελη[ς], Κωνστ[αντίνος], «Autostrade: Οι ειδικοί διά το αυτοκίνητον ιταλικοί δρόμοι», Έργα, έτος ΙΙΙ, τχ. 49 (1927), σσ. 6-11. Θεοδωρίδης, Ιωάννης Μ., «Αεροπορία και Πολυτεχνείο», Νέον Κράτος, τόμος Β΄, τχ. 8 [1938] , σσ. 390-396. 

 Για τους διανοούμενους κατά τη μεταξική περίοδο, παράλληλα με τον Μπογιατζή, βλ., Καγιαλής, Τάκης, Η επιθυμία για το μοντέρνο. Δεσμεύσεις και αξιώσεις της λογοτεχνικής διανόησης στην Ελλάδα του 1930, Βιβλιόραμα, 2007, σ. 72, και σποράδην. Επίσης, Δημάδης, Κωνσταντίνος Α., Δικτατορία, πόλεμος και πεζογραφία, 1936-1944, Γνώσις, 1993, Εστία, 2004, σσ. 283-285, και σποράδην. Μπαστιάς, Γιάννης Κ., Κωστής Μπαστιάς. Δημοσιογραφία, θέατρο, λογοτεχνία, Καστανιώτης, 2005, σσ. 251-256. Κόκκινος, Γιώργος, Η φασίζουσα ιδεολογία στην Ελλάδα. Η περίπτωση του περιοδικού «Νέον Κράτος» (1937-1941), Παπαζήσης, 1989, σποράδην. 

Γενικότερα και ενδεικτικά για τον Ι. Μεταξά και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, βλ. Papanastasiou, Nikos, Die Metaxas - Diktatur und das nationalsozialistische Deutschland (1936-1941), Άουγκσμπουργκ 2000, Pelt, Morgan, “The Establishment and Development of the Metaxas Dictatorship in the Context of Fasisme and Nazisme, 1936-1941”, στο Sorensen, Gert και Maller, Robert (επιμ.), International Fasism, 1919-1945, Routledge, Λονδίνο, 2002, σσ. 143-172. Βατικιώτης, Παναγιώτης Γ., Μια πολιτική βιογραφία του Ιωάννη Μεταξά. Φιλολαϊκή απολυταρχία στην Ελλάδα, 1936-1941, μτφρ. Δήμητρα Αμαραντίδου, Ευρασία, 2005, Πετράκη, Μαρίνα, Ο μύθος του Μεταξά. Δικτατορία και προπαγάνδα στην Ελλάδα, Ωκεανίδα, 2006, Βερέμης, Θάνος, (επ.), Ο Μεταξάς και η εποχή του, Ευρασία, 2009, Πλουμίδης, Σπυρίδων Γ., Το καθεστώς Ιωάννη Μεταξά (1936-1941), Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 2016, Κούμας, Μανώλης, 1936. Η επιβολή της δικτατορίας Μεταξά, Μεταίχμιο, 2022.

 Πλουμίδης, Σπυρίδων, «Εξωτερική και αμυντική πολιτική 1936-1940», στο Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά 1936-1941, Τα Νέα, 2010, σ. 154. Για τη συνεδρίαση του Ανωτάτου Ναυτικού Συμβουλίου, βλ., Βελλιάδης, Αννίβας, Μεταξάς-Χίτλερ. Ελληνογερμανικές σχέσεις στην μεταξική δικτατορία 1936-1941, Ενάλιος, 2003, σ. 56, και Βρανάς Φαίδων (επιμ.), Το προσωπικό ημερολόγιο του Ιωάννη Μεταξά 1933-1941, Τόμος Δ΄, Γκοβόστης, 1972, σσ. 246-247. Παπάγος, Αλέξανδρος, Ο Ελληνικός Στρατός και η προς πόλεμον προπαρασκευή του από Αυγούστου 1923 μέχρι Οκτωβρίου 1940, Ίδρυμα Γουλανδρή Χορν, 1997, «Υπόμνημα Αρχηγού ΓΕΣ Αντιστρατήγου Αλεξ. Παπάγου επί της ανάγκης συγκροτήσεως Υπουργείου Εθνικής Αμύνης», σ. 529, και του ιδίου, ό.π., «Συνοπτικό Υπόμνημα περί της συγκριτικής θέσεως του ελληνικού στρατού έναντι του βουλγαρικού από απόψεως εφοδιασμού», σ. 556. Πετράκη, Μαρίνα, Βρετανική πολιτική και προπαγάνδα στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, Πατάκη, 2011, σσ. 126-132. Ελληνικά διπλωματικά έγγραφα. Η ιταλική επίθεσις κατά της Ελλάδος, Βασιλικόν Υπουργείον Εξωτερικών, 1940, σ. 151. Για τα σχέδια επίθεσης των Ιταλών εναντίον της Ελλάδας, βλ., Fonzi, Paolo, Η ιταλική κατοχή της Ελλάδας (1941-1943), πρόλογος: Χάγκεν Φλάισερ, μετάφραση: Αχιλλέας Καλαμαράς, Ασίνη, 2025, σσ. 51, 54.