Η ιστορία του ελληνικού οδικού δικτύου: «Ένα άθροισμα αναρίθμητων μικρών αναμετρήσεων»


Παρακολουθούμε σήμερα τη μεγάλη σημασία που είχε ο έλεγχος των οδικών αξόνων κατά τις επιχειρήσεις στο μέτωπο της Ηπείρου, τόσο για τις ελληνικές, όσο και για τις ιταλικές δυνάμεις. Η γεωμορφολογία του εδάφους, ωστόσο, οδήγησε την αναμέτρηση σε πόλεμο μικρών μονάδων, σε αναμέτρητες μικρές αναμετρήσεις, με μεγάλο μέρος των μετακινήσεων να πραγματοποιούνται πεζή.

  • ΚΕΙΜΕΝΟ: ΗΛΙΑΣ ΚΑΦΑΟΓΛΟΥ / ΦΩΤ.: ΑΡΧΕΙΟ

    © 2026 CAR AND DRIVER. Απαγορεύεται οποιαδήποτε αναπαραγωγή, αντιγραφή, αναδημοσίευση ή άλλη χρήση του περιεχομένου, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Η παράβαση διώκεται.
  • 15/8/2026
Πρόσθεσε το caranddriver.gr ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Η συμπληρωματική λειτουργία του σιδηροδρομικού και του οδικού δικτύου, διευρυμένου κατά την περίοδο της προς πόλεμον προετοιμασίας, ώστε να εξυπηρετούνται οι κατά το δυνατόν ταχύτερες μεταφορές στρατευμάτων και εφοδίων και στα στα ορεινά περάσματα, μέσα συχνά από ατραπούς, έκριναν σε πολλές περιπτώσεις την εξέλιξη των επιχειρήσεων.

Πρώτα, η μορφολογία, ο χώρος, μετά τα μέσα, ύστερα οι άνθρωποι, αυτοί που ποιούν την ιστορία.

Θεόρατοι ορεινοί όγκοι, για να αρχίσουμε από τη μορφολογία, ανάμεσά τους στενές κοιλάδες. Λεκάνες με περιορισμένο μέγεθος στον τόπο της Ηπείρου, εύκολα τις γεμίζει η ανθρώπινη παρουσία. Οι έντονες κλίσεις του εδάφους δυσκολεύουν την κίνηση, οι φάλαγγες κινούνται κατ’ άνδρα, απλώνονται. Οι ορίζοντες γύρω είναι στενοί, το βλέμμα συγκεντρώνεται στις μικρές ενότητες, στα χωριά, λόγου χάριν. Αναπεπταμένοι ορεινοί όγκοι χωρίζουν αυτές τις συγκεντρώσεις και δεσπόζουν οι κορυφές. Ο έλεγχος τούτων των κορυφών ήταν στον Eλληνοϊταλικό πόλεμο το μέγα διακύβευμα.

Οπλίτες σε διάρκεια πορείας σε εκ των ενόντων διαμορφωμένο μονοπάτι. Συχνά οι δρόμοι χαράζονταν αναλόγως των αναγκών που προέκυπταν.
Οπλίτες σε διάρκεια πορείας σε εκ των ενόντων διαμορφωμένο μονοπάτι. Συχνά οι δρόμοι χαράζονταν αναλόγως των αναγκών που προέκυπταν.

Το άλλο μεγάλο στοίχημα ήταν ο έλεγχος των οδικών αξόνων. Τέσσερις αμαξιτές οδοί εισέρχονταν από την Αλβανία στο ελληνικό έδαφος και αν κανείς τις παρακολουθήσει να διαγράφονται σε έναν χάρτη θα διαπιστώσει αμέσως πως μεταξύ της Δυτικής Μακεδονίας και της Ηπείρου δεν υπάρχει οδική αρτηρία επικοινωνίας, γιατί παρεμβάλλεται ο Γράμμος. Μόνον η μεγάλου αναπτύγματος σκυρόστρωτη αμαξιτή οδός Φλώρινας-Κοζάνης-Ιωαννίνων, μήκους 450 χλμ., επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ των ακραίων σημείων των επιχειρήσεων. Οι κινήσεις και των δύο αντιπάλων στην ξηρά πραγματοποιούνταν για μεγάλες αποστάσεις πεζή. «Οι Έλληνες εκτιμούσαν», γράφει ο Β. Πράσκα, «ότι ο μέσος χρόνος για τη μεταφορά των Μεραρχιών τους από τις περιοχές επιστρατεύσεως μέχρι το Αλβανικό Μέτωπο θα ανέρχονταν σε 20-25 μέρες. Για τις Ιταλικές Δυνάμεις […] ο χρόνος αφίξεώς τους στην ελληνική μεθόριο ήταν ο ίδιος (6 ημέρες περίπου για τη συγκέντρωση στο Μπάρι, 7 ημέρες για τη θαλάσσια μεταφορά μιας πλήρους Μεραρχίας, 3 ημέρες για τη μεταφορά με οχήματα από το Δυρράχιο στην ελληνική μεθόριο ή 8-10 ημέρες πεζή)» για την ίδια διαδρομή.

Ο πόλεμος στην Αλβανία, ήδη το υπαινιχθήκαμε, ήταν πόλεμος των μικρών μονάδων, σε λίγες περιπτώσεις έγιναν μάχες σύμφωνα με τα στρατιωτικά εγχειρίδια, μάχες μεταξύ μεραρχιών, λόγου χάριν, ενώ οι γραμμές εφοδιασμού έπαιξαν τεράστια σημασία, η κατάσταση του οδικού δικτύου, τα αυτοκίνητα, ο έλεγχος του σιδηροδρομικού δικτύου, οι μουλαράδες και οι «σωφέρ», η συμπληρωματική λειτουργία του σιδηροδρομικού και του οδικού δικτύου, διευρυμένου κατά την περίοδο της προς πόλεμον προετοιμασίας, ώστε να εξυπηρετούνται οι κατά το δυνατόν ταχύτερες μεταφορές στρατευμάτων και εφοδίων και στα ορεινά περάσματα, μέσω διανοιχθέντων ατραπών, έκριναν σε πολλές περιπτώσεις την εξέλιξη των επιχειρήσεων. Οι στρατιώτες, πάντως, με τη χειροβομβίδα, τη λόγχη, βίωσαν τη μάχη περίπου ως προσωπική αναμέτρηση. «Το αλβανικό μέτωπο ήταν το άθροισμα αναρίθμητων μικρών αναμετρήσεων, ακριβώς όπως η μορφολογία της περιοχής κατακερμάτιζε τον χώρο σε πλήθος μικρές ενότητες», με τα λόγια του Γιώργου Μαργαρίτη – ο Ελληνικός Στρατός ήδη από το 1910 είχε διαγνώσει την ανάγκη ορεινής σύνθεσης των μεραρχιών του.

Οπλίτες σε στιγμή χαλάρωσης μπροστά σε αυτοκίνητο. Τα αυτοκίνητα δεν έφταναν παντού,  αλλά εξασφάλισαν, σε συνεργασία με τον σιδηρόδρομο τις μετακινήσεις και τον εφοδιασμό, αλλά και τη μεταφορά τραυματιών προς και από τη γραμμή των πρόσω, εγκαθιστάμενα στο συλλογικό φαντασιακό.
Οπλίτες σε στιγμή χαλάρωσης μπροστά σε αυτοκίνητο. Τα αυτοκίνητα δεν έφταναν παντού, αλλά εξασφάλισαν, σε συνεργασία με τον σιδηρόδρομο τις μετακινήσεις και τον εφοδιασμό, αλλά και τη μεταφορά τραυματιών προς και από τη γραμμή των πρόσω, εγκαθιστάμενα στο συλλογικό φαντασιακό.

Η Ήπειρος, μια θαυμάσια ευκαιρία...

Η Ήπειρος θεωρήθηκε από τους Ιταλούς μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να βρουν διέξοδο προς την Πρέβεζα και το λιμάνι της, οπότε θα μπορούσαν να διαθέτουν επαρκείς δυνάμεις για να εισβάλουν και να καταλάβουν την Ελλάδα – σε πρώτη φάση στόχος των Ιταλών ήταν τα Ιωάννινα και μετά η Θεσσαλονίκη, σε δεύτερη φάση η Αθήνα. Όταν στις αρχές Οκτωβρίου οι Γερμανοί έθεσαν υπό την προστασία τους τη Ρουμανία, η ιταλική ηγεσία ένιωσε ασφυξία. Έτσι άρχισε ο πόλεμος στην Αλβανία. Εν τω μεταξύ, οι πολύχρονοι αποικιακοί πόλεμοι, η πολυσχιδής συμμετοχή της Ιταλίας στον Ισπανικό Εμφύλιο πόλεμο, η κατάληψη της Αλβανίας τον Απρίλιο του 1939 και η κατασκευή εκτεταμένων οδικών και λιμενικών έργων είχαν εξαντλήσει τα στρατιωτικά αποθέματα της Ιταλίας –η ίδρυση του ιταλικού Impero αναγγέλθηκε στις 9 Μαΐου 1936 και, ύστερα από την προσάρτηση της Αλβανίας στις 17 Απριλίου 1939, περιελάμβανε τη Λιβύη, τη λεγόμενη Africa Orientale Italiana, δηλαδή: την Ερυθραία, τη Σομαλία, την Αιθιοπία–, τα Δωδεκάνησα, την Αλβανία και μία συνοικία της κινεζικής πόλης Τιεν Τσιν, περιοχές με συνολική επιφάνεια 3.515.700 τετ. χλμ., με πληθυσμό 14.065.000 κατοίκους.

Για να επανέλθουμε στα όρια της ιταλικής πολεμικής βιομηχανίας, λόγου χάριν, για να μιλήσουμε για τα μέσα της τεχνολογίας, έφταναν στην παραγωγή και παράδοση περίπου 70 πυροβόλων τον μήνα, ενώ η παραγωγή αυτοκινήτων, αν υποθέσουμε ότι υπήρχαν καύσιμα, ήταν η μισή από αυτή που θεωρείτο αναγκαία για μια αποφασιστική επέμβαση στη νότια πλευρά της Μεσογείου. Συγχρόνως, η αγροτική οικονομία της χώρας είχε κλονιστεί, λόγω της επιστράτευσης περισσότερων από 1 εκατ. ανδρών, και της επίταξης μηχανικών μέσων. Έλειπαν τα εργατικά χέρια, όποτε οι Ιταλοί αναγκάστηκαν να αποστρατεύσουν 600.000 εφέδρους. 

Ένα παράτολμο σχέδιο επίθεσης

Δεδομένων αυτών, το ιταλικό σχέδιο επίθεσης ήταν ιδιαίτερα παράτολμο: αμυντική διάταξη στη Μακεδονία, επιθετική διάταξη για την κατάληψη του Μετσόβου. Στην Ήπειρο προέλαση έως την Πρέβεζα, ώστε να λυθεί το πρόβλημα της έλλειψης μεταφορικών μέσων, αφού η Αφρική είχε απορροφήσει μεγάλο μέρος από αυτά. Οι Ιταλοί, λόγου χάριν, τρεις μήνες μετά την έναρξη του πολέμου δεν διέθεταν περισσότερα από 7.500 οχήματα μαζί με τα επιταγμένα, ενώ ο Ελληνικός Στρατός, αν εμπιστευτούμε τον Αλ. Παπάγο, δεν διέθετε παρά σχεδόν 740 φορτηγά και επιβατικά αυτοκίνητα, όταν ο στρατάρχης εκτιμούσε πως ο ΕΣ χρειαζόταν 7.000 οχήματα, αριθμό στον οποίο έφτασε ο ΕΣ, χάρη και στις επιτάξεις, στα λάφυρα και στις αποστολές των Βρετανών λίγο πριν από την εαρινή επίθεση των Ιταλών, οπότε το ελληνικό επιτελείο και ο Μεταξάς ζητούσαν από τους Βρετανούς, εκτός των άλλων, επειγόντως αυτοκίνητα, όπως κιόλας έχουμε δει. Τα ιταλικά άρματα μάχης βούλιαξαν στη λάσπη ή δεν μπόρεσαν να υπερβούν τα αντιαρματικά εμπόδια, ενώ για να γεφυρωθεί ο Καλαμάς το ιταλικό μηχανικό χρειάστηκε εννέα μέρες, για να έχουμε κάποιες ενδείξεις για τη θρυλούμενη τεχνική ανωτερότητα των Ιταλών.

Ομάδα πυροβολητών στην Πίνδο σέρνουν πυροβόλο σε ατραπό που επιτόπου ανοίγεται.
Ομάδα πυροβολητών στην Πίνδο σέρνουν πυροβόλο σε ατραπό που επιτόπου ανοίγεται.

Σε ό,τι αφορούσε στις στρατιωτικές δυνάμεις, οι Ιταλοί διέθεταν στις 28 Οκτωβρίου 140.000 στρατιώτες στην Αλβανία –οι 100.000 προσανατολισμένοι προς την Ελλάδα–, οι Έλληνες 35.000 στα σύνορα, αλλά με την επιστράτευση η δύναμη μπορούσε να φτάσει στις 300.000 με 400.000 άνδρες – η συνολική δύναμη ανήλθε σε 550.000 άνδρες τον Ιανουάριο του 1941. Στις 13 Νοεμβρίου, η δύναμη του ΕΣ ανερχόταν σε 232.000 άνδρες –που είχαν προσανατολιστεί προς την Αλβανία, αλλά δεν είχαν όλοι φτάσει στην πρώτη γραμμή–, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΓΕΣ, ενώ οι ιταλικές δυνάμεις συμποσούνταν σε 8.000 περισσότερους, αριθμός που ελέγχεται λόγω των συνθηκών ανεφοδιασμού. Εκτός, λοιπόν, της δήθεν συντριπτικής υπεροπλίας στον τομέα της τεχνολογίας για τον πόλεμο –ας σημειωθεί, παρακαλώ, εδώ ότι η υπεροχή των Ιταλών στον αέρα, με 300-400 αεροσκάφη, δεν αποτυπώθηκε σε καμία φάση του πολέμου–, οι Ιταλοί δεν διέθεταν τη θρυλούμενη υπεροπλία σε ό,τι αφορά στις παρατακτές δυνάμεις.

Θα συνεχίσουμε το επόμενο Σαββατοκύριακο επισκεπτόμενοι το μέτωπο των επιχειρήσεων.

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ

Εμείς οι Έλληνες. Πολεμική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, Β΄ τόμος. Από τη Μικρασιατική Καταστροφή στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Κατοχή, ΣκάιΒιβλίο, 2008.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πράσκα, Βισκόντι Σ., Εγώ εισέβαλα στην Ελλάδα, μτφρ. Νικόλαος Κολόμβας, Γκοβόστης, 2000, σσ. 307-308, σε σχέση με τις «Κατευθυντήριες οδηγίες επιχειρήσεων» της «Ανωτέρας Διοικήσεως Δυνάμεων Αλβανίας. Επιτελικό Γραφείο Επιχειρήσεων. 16 Σεπτεμβρίου 1940», σσ. 170, 178, σε σχέση με τον χρόνο μετακινήσεων. Γεωγραφία της Ελλάδος. Παγκόσμιος ‘Ατλας υπό Σπύρου Δ. Δημητράκου, Δεύτερος τόμος, Δέλτα, χ.χ., σ. 482. Παγκόσμιος Γεωγραφικός Άτλας, Ζ’-Η’, «Ελλάς», Πρωία, 1937. Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, Αλβανία, Τεχνικά Εργαστήρια Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, 1937. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940-1941, ΓΕΣ, 1985, σποράδην, ιδίως σσ. 27-29, 64-65, για τις ελληνικές δυνάμεις κατά την ελληνική αντεπίθεση, ύστερα από τη 13η Νοεμβρίου, οπότε είχε ολοκληρωθεί η επιστράτευση, και σσ. 32-33: «Μορφολογία εδάφους – Συγκοινωνίες», «Σχεδιάγραμμα 4». Τσιρπανλής, Ζαχαρίας Ν., Έλληνες και Ιταλοί στα 1940-41, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2004, σσ. 167-183. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η ιταλική εισβολή, ΔΙΣ, 1959, σσ. 49-57, 115-12.2 Αρσενίου, Λάζαρος, Ανατομία του έπους, 1940-1941, Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα, 1998, σσ. 84, 199.

Μαργαρίτης, Γιώργος, Προαγγελία Θυελλωδών ανέμων… Ο πόλεμος στην Αλβανία και η πρώτη περίοδος της Κατοχής, Βιβλιόραμα, 2009, σσ. 28,29- 30, 46-52, 55-80, σποράδην, και του ίδιου, «Ο πόλεμος της Αλβανίας: ο χώρος και οι άνθρωποι», Η Ελλάδα του ΄40, Επιστημονικό συμπόσιο (19 και 20 Απριλίου 1991), Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1993, σσ. 25-34. Επίσης, του ίδιου, «Η Ελλάδα στον πόλεμο. Ήπειρος, Αλβανία, Μακεδονία, Κρήτη (1940-1941), Ιστορία των Ελλήνων, 16ος τόμος, Δομή, χ.χ., σσ. 40-53. Rodogno, Davide, «Το ”Spazio Vitale’’ του φασισμού και η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο» στο Χατζηιωσήφ, Χρήστος – Παπαστράτης, Προκόπης [επιστημονική επιμέλεια], Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, τόμος Γ1, Βιβλιόραμα, 2007, σσ. 49-68. Τσέρβι, Μάριο, Ο Ελληνο-ιταλικός πόλεμος, πρόλογος: Νικ. Κ. Παπαρρόδου, 1ος τόμος, Alvin Redman Hellas, χ.χ., σσ. 125, 150-152, 162-164.

 Για τη σημασία της Πρέβεζας ως κέντρο ανεφοδιασμού, πρβλ., «[…] όλος ο εφοδιασμός του Στρατού γινόταν από την Πρέβεζα. Κάθε μέρα και νύχτα ξεφόρτωναν καράβια […] Αυτοκίνητα διαφόρων τύπων και μεγεθών φόρτωναν για το μέτωπο και κάρα και χαμάλες με άλογα φόρτωναν για τις αποθήκες. Η κίνηση στο λιμάνι ήταν μεγάλη και τα φορτία ατέλειωτα. Σακκιά, κιβώτια, δέματα, μηχανήματα, πυρομαχικά, βαρέλια, γεμάτη η προκυμαία» (: Κωστούλας, Κων, Χρ., Ένα παιδί του ’40 θυμάται, Ιωάννινα 1998, σσ. 44, 48).

Για την αγωνία του Ι. Μεταξά για αυτοκίνητα, βλ.: «Ζητούμεν […] καμιόν διά να προχωρήσωμεν. Αόριστοι απαντήσεις […] [Βρετανικά] Καμιόν τα 200 ακόμη Γιβραλτάρ – Τα 300 εξηνεμίσθησαν. Μας εγκατέλειψαν; Χάριν αγώνος Αφρικής;», σημείωνε ο Μεταξάς στο Ημερολόγιό του στις 4 Ιανουαρίου 1941. Σεφέρης, Γιώργος, Χειρόγραφο Σεπ ΄41, Ίκαρος, 1972, σ. 46.