Η όλη διαδικασία εξελισσόταν ως γραφειοκρατική διοικητική διαδικασία, οπότε οι εμπλεκόμενοι πολιτικοί μηχανικοί και εργολάβοι την αντιλαμβάνονταν ως επιχειρηματική δραστηριότητα σε δύσκολες συνθήκες, παρακάμπτοντας πολιτικά ή ηθικά διλήμματα.
Ο Παναγιώτης Ξανθόπουλος, τον οποίο συναντήσαμε το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, δικάστηκε μετά την Κατοχή τρεις φορές από το Ειδικό Δικαστήριο Αθηνών. Εμφανίστηκε στο δικαστήριο τον Μάιο του 1947 στην τρίτη δίκη, απολαμβάνοντας την επιείκεια της ελληνικής δικαιοσύνης. Πρωτοδίκως είχε καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη. Στην τρίτη δίκη, η ποινή αυτή αντικαταστάθηκε από ποινή τριών ετών φυλάκισης. Ήταν ένα νέο ευχάριστο για τον Ξανθόπουλο, όχι, ωστόσο, το μόνο, αφού οι δικαστικές Αρχές διέτεξαν την άρση της συντηρητικής κατάσχεσης της περιουσίας του. Του επεστράφησαν τα ακίνητα στην Αθήνα και στον Πειραιά που είχαν δημευθεί. Ο Ξανθόπουλος έφερε ένα τελευταίο βάρος, αυτό της στέρησης των πολιτικών του δικαιωμάτων. Αποκαταστάθηκαν τον Μάρτιο του 1951.
Ο Μιχαήλ Αβέρωφ ενώπιον της δικαιοσύνης
Άμεσα συναρτημένη με την υπόθεση Ξανθόπουλου ήταν αυτή κάποιων μηχανικών και στελεχών τεχνικών εταιρειών, από τις μεγαλύτερες κατασκευαστικές της εποχής. Οι κατηγορούμενοι συναριθμούνταν σε οκτώ, επτά από αυτούς κατοικούσαν στο Κολωνάκι προερχόμενοι από τη μεγαλοαστική τάξη. Επτά πολιτικοί μηχανικοί και ένας βιομήχανος πέρασαν την 1η Σεπτεμβρίου 1945 το κατώφλι του Ειδικού Δικαστηρίου. Το πιο βαρύ όνομα ήταν αυτό του Μιχαήλ Αβέρωφ, αδελφού του Γεωργίου Αβέρωφ. Πιθανόν για αυτόν τον λόγο ο Γενικός Επίτροπος Χ. Τσιαμπάσης διαρκώς επενέβαινε στη διαδικασία κατά τη διάρκεια της προανάκρισης, με αποτέλεσμα να παραιτηθεί ένας ανακριτής και να απομακρυνθεί ένας άλλος.
Είδαμε σε γενικές γραμμές τα έργα στα οποία είχαν εμπλακεί οι εταιρείες του Μιχαήλ Αβέρωφ για λογαριασμό των κατοχικών δυνάμεων το προηγούμενο Σαββατοκύριακο στα έργα αυτά πρέπει να προστεθεί και η ναυπήγηση τσιμεντόπλοιων, στα οποία αργότερα αναλυτικότερα θα αναφερθούμε, ξεστρατίζοντας λιγάκι από τα του οδικού δικτύου.
Οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας επιβάρυναν ακόμα περισσότερο το κλίμα.
Ο Γενικός Επιθεωρητής Δημοσίων έργων Κωνσταντίνος Κ. κατέθεσε ότι τον Μάιο του 1941 οι Γερμανοί ζήτησαν από τον υπουργό επί των Δημοσίων Συγκοινωνιών της κατοχικής, δωσιλογικής κυβέρνησης Τσολάκογλου στρατηγό Σωτήριο Μουτύση την επισκευή των ζημιών που είχε υποστεί το οδικό δίκτυο εξαιτίας του πολέμου, επισημαίνοντας ότι οι επισκευές θα πραγματοποιούνταν από εργοληπτικές εταιρείες που οι ίδιοι θα επέλεγαν. Ο Μουτούσης, ας σημειωθεί, συνεργάτης των Ναζί, υπουργός Σιδηροδρόμων και Αυτοκινήτων και προσωρινά υπουργός επί των Δημοσίων Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Τσολάκογλου, υπήρξε, επίσης, υπουργός Συγκοινωνίας και, προσωρινά, Εμπορικής Ναυτιλίας στην κυβέρνηση Λογοθετόπουλου το 1942, ενώ μετά την Aπελευθέρωση, το 1945 καταδικάστηκε σε 11 χρόνια φυλάκιση.
Τρεις μόλις μήνες μετά το αίτημα του Γερμανών που προαναφέραμε, τον Αύγουστο του 1941, ιδρύθηκε η ομόρρυθμη εταιρεία «Μιχαήλ Αβέρωφ και Σία», με σκοπό την εκτέλεση έργων του δημοσίου. Είδαμε με ποιες εταιρείες συνεβλήθη, προσθέτουμε εδώ και την εταιρεία σιδηροβιομηχανίας «ΑΕΣΕ», βάσει δημοσιεύματος του Οικονομικού Ταχυδρόμου στις 11 Αυγούστου 1941.
Ο προϊστάμενος του Γραφείου Δημοσίων Έργων στον Βόλο Ιωάννης Λ. επισήμανε ότι τα έργα που πραγματοποίησαν υπό κατηγορίαν εταιρείες εξυπηρέτησαν τις κατοχικές δυνάμεις, δεδομένου ότι η επισκευή κεντρικών οδικών αρτηριών της χώρας εξυπηρέτησαν την κατά το δυνατόν απρόσκοπτη μεταφορά εφοδίων, πολεμοφοδίων και άλλου στρατιωτικού υλικού προς τη Βόρεια Αφρική.
Ο πολιτικός μηχανικός Αχιλλέας Κ. επισήμανε εμφατικά ότι υπήρχαν μεγαλύτερες κατασκευαστικές εταιρείες, όπως ο γνωστός μας και μη εξαιρετέος «Προμηθέας», αυτή του πολιτικού μηχανικού Ραζέλου (δεν είναι σαφές αν πρόκειται για τον Τιμολέοντα Ραζέλο, Διπλωματούχο Πολιτικό Μηχανικό του ΕΜΠ [αποφοίτησε το 1929], γνωστό, μεταξύ άλλων, για τον σχεδιασμό του πενταώροφου κτιρίου με υπόγειο επί της οδού Πλουτάρχου 27 στο Κολωνάκι [έτος άδειας 1934], το οποίο αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του μοντέρνου κινήματος της δεκαετίας του 1930), αυτή του Περικλή Τριανταφυλλίδη, οι οποίες αρνήθηκαν να εργαστούν για λογαριασμό των κατακτητών, παρότι εκλήθησαν να το κάνουν.
Αναγκάστηκαν να συνεργαστούν;
Οι Γερμανοί, τα στοιχεία καταδεικνύου,ν ότι δεν ασκούσαν πιέσεις σε όλους όσοι δεν δέχονταν να συνεργαστούν μαζί τους και, έτσι, η υπερασπιστική γραμμή που μεταπολεμικά οι κατηγορούμενοι ότι, δηλαδή, αναγκάστηκαν να συνεργαστούν δεν μπορούσε να υιοθετηθεί. Την ηθική διάσταση του φαινόμενου της συνεργασίας κατέδειξε ο πολιτικός μηχανικός Νικόλαος Ε., υποστηρίζοντας ότι όλοι όσοι έκανα την αρχή σε ό,τι αφορούσε στη συνεργασία με τους κατακτητές άνοιξαν τον δρόμο της συνεργασίας «παρασύροντας» πολλούς συναδέλφους τους οι οποίοι, αρχικά, ήταν επιφυλακτικοί.
Η επιβαρυντική κατάσταση που δημιουργούσε το κατηγορητήριο σε βάρος του Μιχαήλ Αβέρωφ ανετράπη πλήρως, όταν ο ίδιος παρουσίασε τρία έγγραφα στρατιωτικών και διπλωματιών Αρχών, βάσει των οποίων πιστοποιείτο ότι ο Μιχαήλ Αβέρωφ δρούσε για λογαριασμό του «συμμαχικού αγώνος» και ότι είχε αναλάβει την εκτέλεση των έργων έπειτα από σχετική έγκριση των συμμαχικών Αρχών, με σκοπό, παραθέτει ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης, «την οργάνωσιν κατασκοπείας και σαμποτάζ κατά του εχθρού». Η παρουσίαση εγγράφων των συμμαχικών δυνάμεων, ας σημειωθεί, αποτελούσε τότε συνήθη υπερασπιστική τακτική. Άδηλο παραμένει αν τα εν λόγω έγγραφα συντάχθηκαν κατά την Κατοχή ή μεταπολεμικά…
Το δικαστήριο αθώωσε τον Μιχαήλ Αβέρωφ, παρότι δέχτηκε ότι η εταιρεία του πραγματοποίησε έργα τα οποία «ασφαλώς απέβησαν και προς όφελος των Αρχών Κατοχής» – η πλαγιογράφηση δική μας. Αθωώθηκαν, επίσης, και όλοι οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι. Μόνον ένας καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση, αλλά, εντέλει, την επόμενη χρονιά αποφυλακίστηκε.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με τα ακίνητα, τα περισσότερα σε ακριβές περιοχές στην Αθήνα, ούτε με τα οικόπεδα τα οποία οι κατηγορούμενοι είχαν αποκτήσει κατά την περίοδο της Κατοχής. Σε ό,τι αφορά στον Μιχαήλ Αβέρωφ, στον Τύπο της εποχής καταγράφονται αγορές έξι ακινήτων και οικοπέδων, μία στο όνομά του και πέντε στο όνομα της συζύγου του Μαρίας Παπαστράτου (της γνωστής Οικογένειας Παπαστράτου). Μεγάλο αριθμό ακινήτων και οικοπέδων αγόρασε κατά την Κατοχή και ο συγκατηγορούμενος του Αβέρωφ πολιτικός μηχανικός Ζαχαρίας Αργυρόπουλος.
Ποιες διαδικασίες ακολουθούντο κατά την ανάθεση των έργων
Κατά την ίδια περίοδο εκατοντάδες άλλοι πολιτικοί μηχανικοί και εργολάβοι εκτέλεσαν μικρότερης ή μεγαλύτερης κλίμακας έργα για λογαριασμό των στρατευμάτων κατοχής. Από τις 6 Αυγούστου 1941 έως την 1η Δεκεμβρίου 1942, λόγου χάριν, πραγματοποιήθηκαν με απευθείας ανάθεση ή κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού στον Πειραιά έργα με τη συμμετοχή τουλάχιστον 62 πολιτικών μηχανικών, εργολάβων, αρχιτεκτόνων, τοπογράφων, , σύμφωνα με έγγραφο της Επιτροπής Ελέγχου Προμηθειών Αρχών Κατοχής. Τα έργα αφορούσαν, μεταξύ άλλων, σε έργα οδοποιίας, επισκευής κτιρίων, κατασκευής γραφείων και υπονόμων, υδραυλικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, μετατροπής κτιρίων σε φυλακές.
Για την ανάθεση ενός εκάστου έργου ακολουθείτο συγκεκριμένη διαδικασία από πλευράς γραφειοκρατικών διατυπώσεων. Στις περιπτώσεις διαγωνισμών, οι Αρχές Κατοχής κατέθετε εγγράφως το αίτημα στην Επιτροπή Ελέγχου Προμηθειών Αρών Κατοχής. Αυτή δημοσίευε τη διακήρυξη στον ημερήσιο Τύπο. Οριζόταν μειοδότης και όταν το έργο ξεκινούσε εποπτευόταν από διπλωματούχο μηχανικό και από αρχιτέκτονα δημοσίων έργων αποσπασμένο από επί των Δημοσίων Συγκοινωνιών υπουργείο.
Οι τιμές των υλικών ελέγχονταν από υπάλληλο του επί των Οικονομικών υπουργείου. Η εξόφληση των εργοληπτών πραγματοποιείτο με την παραλαβή του έργου για λογαριασμό των Αρχών Κατοχής από ειδική επιτροπή μηχανικών δημοσίων έργων, που οριζόταν με απόφαση του επί των Οικονομικών υπουργείου. Έτσι η όλη διαδικασία εξελισσόταν ως γραφειοκρατική διοικητική διαδικασία, οπότε οι εμπλεκόμενοι πολιτικοί μηχανικοί και εργολάβοι την αντιλαμβάνονταν ως επιχειρηματική δραστηριότητα σε δύσκολες συνθήκες, παρακάμπτοντας πολιτικά ή ηθικά διλήμματα. Εξάλλου, η ανάληψη έργων για λογαριασμό των κατακτητών δεν ήταν εξ ορισμού παράνομη, δοθέντων όσων προαναφέρθηκαν, οπότε καθίστατο έτι περεταίρω δύσκολος ο χαρακτηρισμός του εμπλεκομένου ως «οικονομικού συνεργάτη».
Θα συνεχίσουμε το επόμενο Σαββατοκύριακο.
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ
Κώστας Παράσχος, Η κατοχή. Φωτογραφικά τεκμήρια, Ερμής, 1974.
Ο μικρασιατικής καταγωγής Κώστας Παράσχος (1912-2000), φωτογραφίες του οποίου δημοσιεύουμε εδώ, εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε διάφορες αθηναϊκές εφημερίδες. Ξεκίνησε στην εφημερίδα Πρωΐα και μεταπήδησε στη Βραδυνή, στη Μάχη, στην Ελευθερία, στον Εθνικό Κήρυκα και στην Καθημερινή, ενώ εργάστηκε και ως ανταποκριτής ημερήσιων εφημερίδων Θεσσαλονίκης και επαρχιών. Το 1957 ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού Η διάπλασις των παίδων, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1970. Στη διάρκεια της Κατοχής, με μία φωτογραφική μηχανή που βρισκόταν στην πίσω τσέπη του παντελονιού του, στην εσωτερική τσέπη της καμπαρντίνας ή σε τενεκεδάκι συσσιτίου, τράβηξε περίπου 800 φωτογραφίες στους δρόμους της Αθήνας, με κίνδυνο της ζωής του. Τα φιλμ τα εμφάνιζε μόνος του στο σπίτι του. Τα εμφανισμένα φιλμ τα έκρυβε κάτω από τη στέγη του σπιτιού του, ανάμεσα στον οροφή και στα κεραμίδια.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Μενέλαος Χαραλαμπίδης, Οι δωσίλογοι. Ένοπλη, πολιτική και οικονομική συνεργασία στα χρόνια της Κατοχής, Αλεξάνδρεια, 2023, σσ. 111-118.
Μανουσάκης, Βασίλειος Γ., Οικονομία και πολιτική την Ελλάδα του Β΄Παγκοσμίου πολέμου. Η ελληνική οικονομία της «Νέας Ευρώπης» του Άξονα και το ζήτημα της οικονομικής συνεργασίας με τους κατακτητές, ανέκδοτη και αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2014.
Κουσουρής, Δημήτρης, Δίκες των δοσιλόγων, 1944-1949. Δικαιοσύνη, συνέχεια του κράτους και εθνική μνήμη, Πόλις 2014.




ΔΗΜΟΦΙΛΗ





