Πόσο κακό είναι να οδηγούμε με ελάχιστο καύσιμο στο ντεπόζιτο;


Ο ΤΑΚΤΙΚΟΣ ΑΝΕΦΟΔΙΑΣΜΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΦΙΑΛΤΗ ΣΤΟΥΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΕΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ, ΕΝΙΟΤΕ ΟΜΩΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΟΧΟΙ ΣΥΜΒΑΤΙΚΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΒΡΟΥΝ ΜΠΕΛΑ, ΑΜΑ ΔΕΝ ΠΡΟΣΕΧΟΥΝ.

  • Μιχαλης Κατωποδης
  • 18/8/2020

Η μεγάλη ευλογία με τα υγρά καύσιμα είναι πως βρίσκονται διαθέσιμα σε ένα μεγάλο δίκτυο διανομής, απαιτούν ελάχιστο χρόνο ανεφοδιασμού και μπορείς να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο με το να εμπιστεύεσαι την αυτονομία που σου δίνει ο υπολογιστής ταξιδίου. Όπως σε όλα τα πράγματα, όμως, έτσι και εδώ χρειάζεται προσοχή. Το να κινούμαστε συνεχώς με «λαμπάκι», αφήνοντας το αυτοκίνητό μας να πηγαίνει με αναθυμιάσεις, μπορεί σε βάθος χρόνου να αποβεί μοιραίο.

Υπάρχει κόσμος που είτε αμελεί να φροντίσει εγκαίρως για τον ανεφοδιασμό σε ένα πρατήριο, είτε λόγω οικονομικής ένδειας αναγκάζεται να γυρίζει συνεχώς με λίγο καύσιμο στο ρεζερβουάρ. Και υπάρχουν βέβαια και άλλες περιπτώσεις, όπου ένα κλειστό πρατήριο στην εθνική θα σε αναγκάσει να ταξιδέψεις άλλα 50 χιλιόμετρα, μέχρι το επόμενο… Σε κάθε περίπτωση αυτά καλό είναι να αποφεύγονται, κατά το δυνατό.

Τι μπορεί να συμβεί στην αντίθετη περίπτωση; Καταρχήν μπορεί να φθαρεί πιο γρήγορα από το αναμενόμενο η αντλία της βενζίνης. Εδώ μιλάμε για ένα μηχανισμό αρκετά ανθεκτικό και αξιόπιστο, που πολλές φορές η αντοχή του είναι ανάλογη με τη διάρκεια ζωής του ίδιου του αυτοκινήτου. Μία αντλία βενζίνης (καυσίμου) έχει μέγεθος όσο περίπου ένα λεπτό κουτάκι αναψυκτικού. Αυτή περικλείεται από ένα εξωτερικό κέλυφος και είναι τοποθετημένη στο κάτω μέρος του ρεζερβουάρ. Η δουλειά της είναι να τραβάει συνεχώς καύσιμο και να το στέλνει στον κινητήρα.

Σε περίπτωση τώρα που αφήσουμε το αυτοκίνητο να μείνει από βενζίνη, ή να κινείται με μία πολύ μικρή ποσότητα στο ρεζερβουάρ, από κάποιο σημείο και μετά η αντλία θα τραβά και αέρα μαζί με το καύσιμο. Αυτό δεν το θέλουμε, καθώς η συνεχής ροή του καυσίμου εξασφαλίζει τη λίπανση και την ψύξη της. Με την προσθήκη του αέρα, η θερμοκρασία λειτουργίας θα αρχίσει να αυξάνεται, επιβαρύνοντας τα μηχανικά της μέρη.

Φυσικά, για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει όντως το καύσιμο στο ρεζερβουάρ να είναι πολύ λίγο και ιδανικά να οδηγούμε και απότομα, ώστε η εσωτερική μετατόπιση του καυσίμου να την αφήνει να τραβάει περισσότερο αέρα. Για μία δύο φορές, αυτό δεν πειράζει. Εάν συνηθίζουμε όμως να κινούμαστε έτσι, θα επιβαρύνουμε γρήγορα την κατάσταση της αντλίας μας.

Ένα ακόμα -μικρό σχετικά- ρίσκο έχει να κάνει με τον ίδιο τον κινητήρα του αυτοκινήτου. Για να λειτουργήσει κανονικά ένα μοτέρ εσωτερικής καύσης, χρειάζεται συνεχή παροχή καυσίμου και οξυγόνου, σε μία συγκεκριμένη αναλογία που ρυθμίζει ανά πάσα στιγμή η κεντρική υπολογιστική μονάδα του. Εάν φτάσουμε στο σημείο να μην μπορεί η αντλία της βενζίνης να τροφοδοτεί κανονικά το μοτέρ, τότε αυτό θα αρχίσει να λαμβάνει παράξενα σήματα. Σε κάθε κύκλο καύσης, είτε ακόμα και σε κάθε κύλινδρο, θα δέχεται διαφορετική ποσότητα καυσίμου. Από τη φυσιολογική, μέχρι και κάποιο κλάσμα αυτής. Η ανάμιξη όμως της βενζίνης, δεν μπορεί να γίνει στην απαραίτητη στοιχειομετρική αναλογία με τον εισερχόμενο αέρα, με αποτέλεσμα η καύση να είναι ελλιπής ή ακόμα και να μην μπορεί να ξεκινήσει καν.

Σε αυτή την περίπτωση, παρατηρείται μία πτώση ισχύος στον κινητήρα. Εκεί το φρόνιμο είναι να τον σβήσουμε τελείως και να αναζητήσουμε πρατήριο ή κάποιον να μας βοηθήσει. Πολλοί οδηγοί, ωστόσο, αυτό που κάνουν είναι να πατάνε περισσότερο γκάζι, με την ελπίδα το μοτέρ να δώσει κάτι παραπάνω. Αυτό είναι και το χειρότερο σενάριο, καθώς πιέζουμε πολύ τον κινητήρα και εκεί πλέον υπάρχει κίνδυνος ζημιάς. Εάν ανατρέξετε στο βιβλίο του κατασκευαστή του αυτοκινήτου σας, είναι σίγουρο πως θα δείτε τουλάχιστον ένα προειδοποιητικό μήνυμα σε πλαίσιο, για αυτή την περίπτωση.

Ένα τελευταίο ρίσκο υπάρχει και για τον καταλύτη του αυτοκινήτου. Σε περίπτωση που η αντλία καυσίμου δεν τροφοδοτεί επαρκώς με καύσιμο τον κινητήρα, σε βαθμό που να μην μπορεί να γίνει ανάφλεξη στο θάλαμο καύσης, τότε η όποια ποσότητα βενζίνης θα περάσει άκαυτη από τον κινητήρα και λογικά θα αναφλεγεί στις πυρωμένες επιφάνειες του καταλύτη. Πέραν του ότι τα στοιχεία που διαθέτει ο καταλύτης είναι για να έρχονται σε επαφή με καυσαέρια και όχι με υδρογονάνθρακες, η καύση αυτή ανεβάζει ακόμα παραπάνω τη θερμοκρασία του, με κίνδυνο να τον καταστρέψει. Η αλήθεια είναι ότι οι καταλύτες δεν είναι τόσο ευαίσθητοι, να αχρηστεύονται με το παραμικρό, κανείς όμως δεν θέλει να ανακαλύψει τα όριά τους, αφού μετά θα χρειαστεί να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη.

Εν κατακλείδι, καλό είναι να μην βλέπουμε συχνά την προειδοποιητική λυχνία του καυσίμου στον πίνακα των οργάνων μας. Και άμα τη βλέπουμε, σίγουρα δεν θα πρέπει να την αφήνουμε για πολλά χιλιόμετρα να φωτίζει την πορεία μας…