«STOP» στο σύστημα «έξυπνης αστυνόμευσης» της Αστυνομίας για ταυτοποίηση οχημάτων σε ελέγχους


Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα «απαγορεύει» στην Ελληνική Αστυνομία να χρησιμοποιεί smartphones και συσκευές λήψης δαχτυλικών αποτυπωμάτων σε περιπολίες για γρήγορη αναζήτηση και ταυτοποίηση οχημάτων, προσώπων και αντικειμένων.

  • ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΤΖΟΥΜΑΣ - ΦΩΤ.: ΑΡΧΕΙΟ
  • 18/1/2026

Προειδοποίηση στην Ελληνική Αστυνομία να μη θέσει σε λειτουργία το σύστημα «Έξυπνης Αστυνόμευσης» (Smart Policing) απευθύνει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα με απόφασή της η οποία ελήφθη στις 31 Δεκεμβρίου 2025 και δημοσιεύτηκε στο site της την Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026.

Το σύστημα «Έξυπνης Αστυνόμευσης» περιλαμβάνει 1.000 συσκευές Samsung S10e dualsim, και 500 εξωτερικές συσκευές λήψης δακτυλικών αποτυπωμάτων. Όπως αναφέρεται στην απόφαση της Αρχής, «οι προαναφερόμενες συσκευές smartphone διαθέτουν προεγκατεστημένες εφαρμογές και λογισμικά που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του έργου. Για την υλοποίηση του έργου, συνήφθη η υπ' αριθ. 59/2019 μεικτή σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Αστυνομίας και του Οικονομικού Φορέα με την επωνυμία ΙΝΤΡΑΚΟΜ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΩΝ ΛΥΣΕΩΝ, η οποία υπογράφηκε την 5η Ιουνίου 2019 και προβλέπει την προμήθεια Συστημάτων Έξυπνης Αστυνόμευσης (Smart Policing) και την παροχή υπηρεσιών δικτυακής τηλεπικοινωνιακής διασύνδεσης μεταξύ άλλων με τον όρο οι παρεχόμενες υπηρεσίες να είναι σύμφωνες με τις τεχνικές προδιαγραφές της υπ' αριθ. 8/2018 Διακήρυξης του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και την από 15/6/2018 τεχνική προσφορά του Οικονομικού Φορέα».

Η Αρχή κατόπιν λήψης, τον Μάρτιο του 2020, αιτήματος γνωμοδότησης από τη μη κυβερνητική οργάνωση Homo Digitalis αναφορικά με τη νομιμότητα της σύμβασης προμήθειας των συγκεκριμένων συστημάτων και αφού έλαβε γνώση για την προμήθεια, λειτουργία και χρήση του συστήματος «Έξυπνης Αστυνόμευσης» (Smart Policing) της Ελληνικής Αστυνομίας αποφάσισε την εξέταση του συστήματος.

Πώς θα λειτουργούσε το σύστημα; Με έγγραφο που απέστειλε στην Αρχή η Δ/νση Τροχαίας Αστυνόμευσης της ΕΛ.ΑΣ. στις 5 Δεκεμβρίου 2022, υπογραμμίζεται ότι «η δράση εστιάζει στην προμήθεια σύγχρονων φορητών ηλεκτρονικών συσκευών τύπου ‘smart phone’, οι οποίες μέσω μιας ενιαίας εφαρμογής/διεπαφής αναζητήσεων στις υφιστάμενες βάσεις δεδομένων (εθνικές και ευρωπαϊκές) και της λήψης βιομετρικών χαρακτηριστικών (μέσω της μεθόδου σάρωσης), αριθμών πινακίδας κυκλοφορίας και στοιχείων εγγράφων, επιτυγχάνουν τη γρήγορη και ασφαλή αναζήτηση και ταυτοποίηση προσώπων και αντικειμένων με στόχευση να χρησιμοποιούνται οι συσκευές αυτές από πεζές και εποχούμενες περιπολίες της Ελληνικής Αστυνομίας, ώστε να επιτυγχάνεται ο άμεσος προσδιορισμός και η επαλήθευση της ταυτότητας των πολιτών που υπόκεινται σε επιτόπιο έλεγχο και στο πλαίσιο των εν γένει προληπτικών ελέγχων της».

Μάλιστα, δύο χρόνια νωρίτερα, η Διεύθυνση Τροχαίας Αστυνόμευσης της ΕΛ.ΑΣ. ανέφερε στην Αρχή ότι «η λήψη βιομετρικών δεδομένων (δακτυλικό αποτύπωμα και φωτογραφία προσώπου) με σκοπό την ταυτοποίηση των στοιχείων του ατόμου, που θα πραγματοποιείται με τη χρήση της φορητής συσκευής, θα αντιπαραβάλλεται άμεσα με την Εθνική Βάση δεδομένων και αρχείων της Ελληνικής Αστυνομίας και δεν θα αποθηκεύεται σε υφιστάμενη βάση του συστήματος, αλλά θα απορρίπτεται άμεσα με την ολοκλήρωση της ροής εργασίας ταυτοποίησης».

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Αστυνομία παραδέχθηκε ότι το εν λόγω σύστημα έχει χρησιμοποιηθεί πιλοτικά. «Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον της Αρχής ο εκπρόσωπος της ΕΛ.ΑΣ. υποστήριξε ότι το σύστημα, καίτοι τέθηκε σε πιλοτική λειτουργία για μικρό χρονικό διάστημα, επί του παρόντος δεν χρησιμοποιείται, αλλά ο ισχυρισμός αυτός δεν περιέχεται στο προσκομισθέν υπόμνημα με αποτέλεσμα να παραμένει αμφιβολία για την εν δυνάμει παράνομη επεξεργασία από τυχόν παραγωγική λειτουργία του συστήματος», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

Για τη νομιμότητα της χρήσης του συστήματος, η ΕΛ.ΑΣ. επικαλέστηκε μια προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί της υπόθεσης C-205/21, σημειώνοντας ότι η λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων και φωτογραφιών με τη χρήση Smart Policing, «πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 10 της Οδηγίας 680/2016...».

Ωστόσο, η Αρχή αποφάσισε ότι «στην υπό εξέταση υπόθεση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου και των όσων προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία διαπιστώνεται ότι δεν υφίσταται η απαιτούμενη νομική βάση για την επεξεργασία που συνεπάγεται η χρήση του επίμαχου συστήματος». Προσθέτει επίσης ότι: «Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 46 του ν. 4624/2019, για την επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα βιομετρικά δεδομένα, απαιτείται ρητή πρόβλεψη σε νόμο».

Ως αποτέλεσμα, η Αρχή καταλήγει αναφέροντας ότι για όλους τους λόγους τους οποίους παραθέτει στην απόφασή της, «απευθύνει σύμφωνα με την παρ. 4 στοιχ. α’ άρθρο 15 του ν. 4624/2019 προειδοποίηση για τη μη ενεργοποίηση του Σύστηματος για την Έξυπνη Αστυνόμευση δεδομένου ότι με το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο τυχόν παραγωγική λειτουργία του συστήματος, θα συνιστούσε παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και θα παραβίαζε τις διατάξεις του προαναφερθέντος νόμου».

Πηγή: Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Επιχείρηση «σκούπα» της αστυνομίας: Εντοπίστηκαν 231 κλεμμένα και πλαστογραφημένα οχήματα (photos)

Στα χέρια της Αστυνομίας δύο άτομα που «κάρφωναν» τα μπλόκα της Τροχαίας σε διαδικτυακές κοινότητες

Αυτή η μάρκα κυριάρχησε το 2025 στην ελληνική αγορά - Στην κορυφή για 13η χρονιά (πίνακες)