Ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία: Χρειάζεται «μπαζούκα» για να βρεί τον βηματισμό της


Σε ένα περιβάλλον που αλλάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία μοιάζει να υιοθετεί τη λογική αποφάσεων και τη γραφειοκρατική αδράνεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι η διαχείριση, αλλά μια αποφασιστική κίνηση που θα αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού.

Η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία λειτουργεί σήμερα σαν καθρέφτης της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο τρόπος με τον οποίο αντιδρά, οι καθυστερήσεις που εμφανίζει και η λογική με την οποία λαμβάνει αποφάσεις ακολουθούν σχεδόν την ίδια διαδρομή. Αργά αντανακλαστικά, προσκόλληση στη διαδικασία και δυσκολία διαμόρφωσης μιας ενιαίας στρατηγικής με γνώμονα το συλλογικό όφελος. Όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση συχνά αδυνατεί να λειτουργήσει ως ενιαία πολιτική και γεωπολιτική οντότητα, έτσι και η αυτοκινητοβιομηχανία της κινήθηκε επί χρόνια περισσότερο ως σύνολο μεμονωμένων συμφερόντων παρά ως συνεκτικός βιομηχανικός πυλώνας.

Ρεαλισμός και τυπολατρία

Το κανονιστικό πλαίσιο μετατράπηκε σταδιακά σε αυτοσκοπό. Προδιαγραφές ρύπων, στόχοι ηλεκτροκίνησης και απαιτήσεις ασφάλειας κινήθηκαν προς μια κατεύθυνση θεμιτή σε επίπεδο αξιών, χωρίς όμως να συνοδευτούν από μια στιβαρή και ρεαλιστική βιομηχανική στρατηγική. Οι κανόνες παρήχθησαν με ρυθμό ταχύτερο από την ικανότητα τόσο της βιομηχανίας όσο και της αγοράς να προσαρμοστούν ουσιαστικά. Οι κατασκευαστές, αντί να διεκδικήσουν συλλογικά μεταβατικές λύσεις και κοινές τεχνολογικές επενδύσεις, κινήθηκαν κυρίως κατά μόνας, με γνώμονα την προστασία της δικής τους κατοχυρωμένης θέσης. Έτσι, η συμμόρφωση προχώρησε, αλλά η ανταγωνιστικότητα έμεινε πίσω.

Με την πίεση από την Ανατολή να εντείνεται, τα περιθώρια εφησυχασμού στενεύουν επικίνδυνα. Αυτό που απαιτείται δεν είναι άλλη μια διαχειριστική προσέγγιση, αλλά αποφάσεις με βάθος, τόλμη και σαφή στρατηγικό προσανατολισμό, μια παρέμβαση τύπου «μπαζούκα».

Η ηλεκτροκίνηση αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Ευρώπη διαμόρφωσε το πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο και έδωσε τον τόνο της μετάβασης. Άλλοι όμως ανέλαβαν την υλοποίηση με όρους βιομηχανικής ισχύος. Κινέζοι κατασκευαστές επένδυσαν συντονισμένα σε μπαταρίες, σε software και σε αρχιτεκτονικές σχεδιασμένες εξαρχής για ηλεκτρικά οχήματα, αποκτώντας πλεονέκτημα κόστους και τεχνολογικής ετοιμότητας. Την ίδια στιγμή, μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας παρέμενε εγκλωβισμένο σε μεταβατικές λύσεις και εσωτερικές ισορροπίες, αναπαράγοντας τη λογική των ευρωπαϊκών θεσμών που συχνά καταλήγουν σε συμβιβασμούς χωρίς καθαρή κατεύθυνση. Θα ήταν περιττό να αναφέρουμε παραδείγματα…

Η πανδημία και το ακριβό, χωρίς αντίκρισμα τίμημα

Η περίοδος της πανδημίας ανέδειξε και ενίσχυσε αυτές τις αδυναμίες. Η έλλειψη ημιαγωγών αποτέλεσε το υπόβαθρο για μια στρατηγική περιορισμένης διαθεσιμότητας αυτοκινήτων. Η παραγωγή μειώθηκε στην πλειονότητα των περιπτώσεων συνειδητά, οι τιμές αυξήθηκαν σημαντικά και το αποτέλεσμα ήταν η μετατόπιση από την παραγωγή προσιτών αυτοκίνητων στην υλοποίηση μοντέλων που προσέφεραν αυξημένο περιθώριο κέρδους. Για ένα διάστημα, τα οικονομικά μεγέθη των ευρωπαϊκών εργοστασίων βελτιώθηκαν. Η σχέση όμως με τον καταναλωτή άρχισε να φθείρεται. Το ευρωπαϊκό αυτοκίνητο απομακρύνθηκε από τη βάση του αγοραστικού κοινού και έχασε την έννοια της ισορροπίας ανάμεσα σε ποιότητα, τεχνολογία και τιμή, στοιχείο που το καθιέρωσε επί δεκαετίες.

Παράλληλα, το αυτοκίνητο άλλαξε… κοσμοθεωρία. Ο ανταγωνισμός μεταφέρθηκε από την μηχανολογία στην εμπειρία χρήστη μέσα από την ψηφιοποίηση και την ενσωμάτωση περισσότερης τεχνολογίας. Λογισμικό, συνδεσιμότητα, αναβαθμίσεις και οικοσυστήματα υπηρεσιών απέκτησαν βαρύτητα αντίστοιχη με τον κινητήρα και το σασί. Σε αυτό το πεδίο, μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας έδειξε να σκέφτεται με όρους προηγούμενης δεκαετίας, την ώρα που νέοι παίκτες αντιμετώπιζαν το αυτοκίνητο ως τεχνολογική πλατφόρμα.

Η νέα καταναλωτική συμπεριφορά

Σήμερα, η εικόνα είναι αυτή μιας βιομηχανίας που αναζητά κατεύθυνση. Το ειδικό βάρος της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας παραμένει ισχυρό, αλλά δεν μεταφράζεται πια αυτόματα σε υπεροχή.

Ο καταναλωτής πλέον συγκρίνει συνολικά το «προϊόν» και συχνά διαπιστώνει απόσταση ανάμεσα σε αυτό που παίρνει και σε αυτό που καλείται να πληρώσει. Σε μια αγορά με σκληρό και πολυεπίπεδο ανταγωνισμό, το αναγνωρίσημο σήμα στο καπό δεν αρκεί από μόνο του για να κερδίσει την εμπιστοσύνη.

Λίγοι θα στοιχημάτιζαν ότι ο χάρτης της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας θα παραμείνει αμετάβλητος την επόμενη δεκαετία. Η πίεση προέρχεται από Κινέζους κατασκευαστές που ήδη εδραιώνονται, αλλά και από νέους παίκτες που ετοιμάζονται να εκμεταλλευτούν το κενό. Αν δεν υπάρξει ουσιαστική σύμπραξη, αν δεν επιστρέψει η έννοια του προσιτού ευρωπαϊκού αυτοκινήτου, αν η στρατηγική συνεχίσει να καθορίζεται από τη βραχυπρόθεσμη απόδοση κερδών, η προσαρμογή θα έρθει μέσα από συρρίκνωση και όχι από εξέλιξη.

Ο σύγχρονος οδηγός αναζητά ένα αξιόπιστο, ασφαλές και τίμιο αυτοκίνητο, αδιαφορώντας συχνά για την προέλευσή του, και δικαίως. Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί ευθύνη του αγοραστικού κοινού. Το διακύβευμα όμως είναι ευρύτερο. Η αποδυνάμωση της αυτοκινητοβιομηχανίας συνεπάγεται απώλεια θέσεων εργασίας, τεχνογνωσίας και κοινωνικής συνοχής, καθώς και σταδιακή φθορά του κύρους της. Όπως συμβαίνει και σε πολιτικό επίπεδο, έτσι και στη βιομηχανία, η αδυναμία υπεράσπισης του κοινού συμφέροντος οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε υποχώρηση.

Με την πίεση από την Ανατολή να εντείνεται, τα περιθώρια εφησυχασμού στενεύουν επικίνδυνα. Αυτό που απαιτείται δεν είναι άλλη μια διαχειριστική προσέγγιση, αλλά αποφάσεις με βάθος, τόλμη και σαφή στρατηγικό προσανατολισμό, μια παρέμβαση τύπου «μπαζούκα».