Land Rover Freelander: Βλέπει... ψηλά


Αν και οι διαστάσεις του δεν συνηγορούν σε αυτό, εντούτοις η Land Rover είναι ξεκάθαρο πως τοποθετεί το νέο Freelander στο άνω άκρο των SUV της μεσαίας κατηγορίας, στοχεύοντας πλέον στο κοινό μοντέλων όπως η BMW Χ3

  • 28/8/2007

Αν και οι διαστάσεις του δεν συνηγορούν σε αυτό, εντούτοις η Land Rover είναι ξεκάθαρο πως τοποθετεί το νέο Freelander στο άνω άκρο των SUV της μεσαίας κατηγορίας, στοχεύοντας πλέον στο κοινό μοντέλων όπως η BMW Χ3.

Εταιρεία με παράδοση όσο λίγες στην κατηγορία των οχημάτων εκτός δρόμου, η Land Rover επιχείρησε σχετικά νωρίς την είσοδό της στην κατηγορία των μεσαίων SUV, το 1997, με το Freelander 1ης γενιάς.

Προχωρημένο σχεδιαστικά και επιβλητικό σε εμφάνιση, το Freelander δεν χαρακτηριζόταν ωστόσο από την ικανότητα κίνησης εκτός δρόμου των υπόλοιπων μοντέλων της γκάμας της Land Rover.

Επιπλέον, ο κινητήρας 1.8 λίτρων που κινούσε τη βασική έκδοση ήταν οριακός από κάθε άποψη, ενώ ήταν και τραχύς στη λειτουργία του. Σίγουρα όχι η καλύτερη επιλογή που θα μπορούσε να κάνει το εργοστάσιο για ένα μοντέλο αυτής της κατηγορίας.

Παράλληλα, στο Freelander ασκήθηκε έντονη κριτική αναφορικά με την αξιοπιστία του, κυρίως για τα ηλεκτρονικά του.

Επιτυχία
Κι όμως, η εμπορική πορεία του μοντέλου ήταν σαφώς ικανοποιητική, καθώς η εμφάνιση και το όνομα με το ειδικό βάρος της Land Rover που υπήρχε στο καπό του αρκούσαν για να οδηγήσουν αρκετούς στα ταμεία των αντιπροσώπων της βρετανικής εταιρείας.

Η αρχή είχε γίνει, με 1-2 facelift να βελτιώνουν στα σημεία το μικρότερο μοντέλο στην γκάμα της Land Rover τα χρόνια που ακολούθησαν. Είχε γίνει όμως σαφές πως όταν θα ερχόταν η ώρα της αντικατάστασης του μοντέλου από ένα εντελώς καινούργιο, θα έπρεπε να υπάρξει αλλαγή πλεύσης.

Το τοπίο στην κατηγορία 10 χρόνια μετά έχει αλλάξει δραματικά, σ' αυτή συμμετέχουν πλέον σχεδόν όλοι οι κατασκευαστές και ένα gadget όπως το Hill Descent Control που εισήχθη στην 1η γενιά του Freelander δεν θα αρκούσε για να φέρει πωλήσεις.

Η επιλογή της Land Rover απέναντι στη σημερινή πραγματικότητα που υφίσταται στην κατηγορία των μεσαίων SUV ήταν ένα μοντέλο που αισθητικά θα παραπέμπει άμεσα στα κορυφαία Discovery και Range Rover (χωρίς όμως να έρχεται σε απόλυτη ρήξη με τη σχεδιαστική φόρμα του προηγούμενου μοντέλου) και θα εφοδιάζεται με έναν κινητήρα που δεν θα κάνει παραχωρήσεις πουθενά.

Ταυτόχρονα, θα τονίζεται ο off road χαρακτήρας του μοντέλου με ένα σοφιστικέ σύστημα τετρακίνησης, όπως αρμόζει σε μια εταιρεία που έχει συνδέσει το όνομά της με την κίνηση εκτός δρόμου.

Η υλοποίηση του 1ου σκέλους ήταν μάλλον εύκολη υπόθεση, καθώς, όταν δανείζεσαι στοιχεία από το επιβλητικό Discovery και κυρίως από το κορυφαίο Range Rover, τότε το αποτέλεσμα δεν μπορεί να αφήνει κανέναν αδιάφορο. Πράγματι, το Freelander 2 είναι από τα πιο εντυπωσιακά μοντέλα της κατηγορίας.

Οσο για τον κινητήρα, οι επιλογές είναι δύο, μία με βενζίνη και μία ντίζελ. Και μια και ζούμε στην Ελλάδα, οι επιλογές του υποψήφιου αγοραστή είναι η εξής μία: η έκδοση με τον 6κύλινδρο κινητήρα 3.2 λίτρων που εξελίχθηκε σε συνεργασία με τη Volvo αποδίδει 233 ίππους και διαθέτει αυξημένα αποθέματα ροπής.

Πέρα από τις τιμές επιδόσεων που ανακοινώνει το εργοστάσιο, το Freelander 2 με τον συγκεκριμένο κινητήρα κινείται με άνεση σε κάθε είδους συνθήκες, ενώ το αυτόματο κιβώτιο, που αποτελεί μοναδική επιλογή, σε αντίθεση με ό,τι ίσως θα περίμενε κανείς, δεν φιμώνει τον κινητήρα, αλλά συνεργάζεται πολύ καλά μαζί του.

Η ποιότητα κύλισης στην άσφαλτο είναι πολύ καλή και πάντως χιλιόμετρα μπροστά από του προηγούμενου Freelander.

Οι χώροι τόσο για τους επιβάτες όσο και για τις αποσκευές ικανοποιούν απόλυτα, με τη χωρητικότητα του πορτμπαγκάζ να φτάνει τα 755 λίτρα, τιμή κορυφαία για την κατηγορία.

Εξοπλισμός
Σε ένα κατά τα άλλα πλήρως εξοπλισμένο μοντέλο, με όλων των ειδών τις ηλεκτρικές ευκολίες, διζωνικό κλιματισμό, ζάντες αλουμινίου και DSC με δυνατότητα απενεργοποίησης, το κερασάκι στην τούρτα δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από τις αυξημένες εκτός δρόμου δυνατότητες. Κι αυτό ήταν το σημείο όπου η Land Rover έβαλε τα δυνατά της.

Εφοδίασε το Freelander 2 με συνεκτικό συμπλέκτη Haldex, ελεγχόμενο από μια ηλεκτρονική μονάδα που επιτρέπει τη συνεχή μεταβολή του ποσοστού της ροπής που μεταφέρεται ανάμεσα στους δύο άξονες ανάλογα με τις συνθήκες. Το ποσοστό αυτό μπορεί, αν χρειαστεί, να φτάσει ακόμη και το 100% μπροστά ή πίσω.

Ο Haldex αποτελεί, επίσης, τον σύνδεσμο με το Terrain Response, το ηλεκτρονικό σύστημα τετρακίνησης που φροντίζει ώστε τα μηχανικά και ηλεκτρονικά μέρη να προσαρμόζονται στον τύπο της επιφάνειας όπου κινείται το όχημα.

Μέσω ενός περιστροφικού διακόπτη ο οδηγός επιλέγει, ανάλογα με τον δρόμο που βρίσκεται, το αντίστοιχο πρόγραμμα και από εκεί και πέρα το αυτοκίνητο αναλαμβάνει να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά.

Υπάρχουν τέσσερα προγράμματα, ένα για κανονική οδήγηση, ένα για ολισθηρές επιφάνειες (χώμα, γρασίδι, χιόνι), ένα για λάσπη και ένα για άμμο. Φυσικά, υπάρχει και ο διακόπτης HDC (περιορίζει αυτόματα την ταχύτητα σε έντονες κατωφέρειες). Το ύψος του αμαξώματος από το έδαφος ανέρχεται σε 21 εκ. και σας εγγυάται ότι μόνο σε ακραίες συνθήκες υπάρχει κίνδυνος να βρει σε πέτρες ή σε χαντάκια.

Είναι ξεκάθαρο πως με το Freelander 2 η Land Rover επιχείρησε μια συνολική αναβάθμιση του βασικού της μοντέλου.

Αναβάθμιση που δεν άφησε ανεπηρέαστο κανέναν από τους επιμέρους τομείς στους οποίους κρίνεται ένα αυτοκίνητο.

Η εμφάνιση σε κερδίζει εύκολα, καθώς το μοντέλο της Land Rover δείχνει πολύ πιο στιβαρό σε σύγκριση με τα ανταγωνιστικά του μοντέλα, ο εξοπλισμός του είναι πλήρης, οι εκτός δρόμου δυνατότητές του πολλές και οι χώροι του άνετοι. Οσο για τον κινητήρα, δύσκολα θα βρεθεί κάποιος να ζητήσει κάτι παραπάνω.

Ενστάσεις
Μοναδικές μας ενστάσεις ο υπερβολικά απλός σχεδιασμός του πίνακα οργάνων, που δεν ταιριάζει σε αυτοκίνητο αυτής της κατηγορίας τιμής, αλλά και η επιλογή σκληρών πλαστικών στο ταμπλό, που επίσης δείχνουν λιγότερο ποιοτικά απ ό,τι θα έπρεπε.

Παρά ταύτα, όμως, είναι σαφές πως το νέο Freelander βρίσκεται από κάθε άποψη πιο κοντά στα premium μοντέλα της μεσαίας κατηγορίας και αυτή είναι τελικά η μεγάλη του διαφορά σε σχέση με τον προκάτοχό του.

Το ίδιο, βέβαια, ισχύει και για την τιμή, που στην περίπτωση του αυτοκινήτου δοκιμής έφτανε τα 53.900 ευρώ.