Citroen SM: To αυτοκίνητο που ταξίδεψε από το μέλλον


Το σενάριο της περίφημης ταινίας προέβλεπε την κατασκευή ενός οχήματος ικανού να ταξιδεύει τους επιβάτες στον χρόνο. Έτσι και η Citroen SM, κάνοντας την πρώτη εμφάνισή της στις αρχές του 1970, απέδειξε στον σύντομο βίο της ότι ήταν πολύ μπροστά από την εποχή της.

  • 18/9/2020

Ορμώμενη από την επιτυχία που γνώρισε η DS από τα πρώτα κιόλας βήματα στην ευρωπαϊκή αγορά, η Citroen ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του 1960 την εξέλιξη ενός δυναμικότερου και πολυτελέστερου τετράτροχου.

Το τολμηρό εγχείρημα των Γάλλων ονομάστηκε Project S και καθ’ όλη τη διάρκεια της εξέλιξής του ουδέποτε έκρυψε τη συγγενική του σχέση με την «Γαλλίδα Θεά» που είχε ήδη κατακτήσει τις καρδιές των φίλων της αυτοκίνησης.

Χρειάστηκε να περάσουν εννέα ολόκληρα χρόνια ώστε οι προσπάθειες της Citroen να τελεσφορήσουν και το Project S να πάρει σάρκα και οστά, πραγματοποιώντας μια λαμπρή πρεμιέρα στο Σαλόνι Αυτοκινήτου της Γενεύης τον Μάρτιο του 1970.

Με μήκος 4,9 μέτρα, μόλις δύο πόρτες και σαφείς σχεδιαστικές αναφορές στην DS και μάλιστα στην ανοιχτή εκδοχή του περίφημου «βατράχου», η Citroen SM δεν δυσκολεύτηκε να κλέψει την παράσταση. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι για κάθε τμήμα της SM αναπτύχθηκαν πολλές σχεδιαστικές εκδοχές από τις οποίες έγινε η τελική επιλογή.

Εξίσου εντυπωσιακός ήταν και ο θάλαμος επιβατών. Πολυτελής και άνετος, τουλάχιστον για τον οδηγό και τον συνοδηγό, δείχνει πρωτοποριακό ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα. Αίσθηση προκαλεί το οβάλ τιμόνι μιας ακτίνας, τα καλοσχεδιασμένα δερμάτινα καθίσματα, το πεντάλ του φρένου σε μορφή... φούσκας, και ο πληρέστατος πίνακας οργάνων.

Σε αυτόν κεντρική θέση έχουν το ταχύμετρο και το στροφόμετρο ενώ δεξιότερα βρίσκονται οι δείκτες της βενζίνης, της θερμοκρασίας και ένα όργανο με ενδεικτικές λυχνίες από το οποίο ο οδηγός μπορεί να ενημερωθεί ακόμα και για τη φθορά που παρουσιάζουν τα τακάκια.

Τέλος, να σημειώσουμε ότι ο εξοπλισμός περιελάμβανε air condition και ηλεκτρικά παράθυρα γεγονός ιδιαίτερα ασυνήθιστο για ένα αυτοκίνητο που κατασκευάστηκε το 1970.Στο εσωτερικό μέρος τα πράγματα ήταν εξίσου εντυπωσιακά.

Ας ξεκινήσουμε από το κινητήριο σύνολο, το οποίο εξελίχθηκε ειδικά για το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Η Citroen αποτελούσε εκείνη την εποχή τον κύριο μέτοχο της Maserati και θέλοντας να προσθέσει κύρος και επιδόσεις στο νέο της δημιούργημα παραχώρησε την εξέλιξη του κινητήρα στους μηχανικούς της ιταλικής αυτοκινητοβιομηχανίας.Αυτό που έκανε τη Citroen SM να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα αυτοκίνητα της εποχής της είναι τα μηχανικά της μέρη. Ο V6 κινητήρας της Maserati, η ανάρτηση, τα συστήματα διεύθυνσης και πέδησης είναι εκείνα που ακόμα και σήμερα αποτελούν αντικείμενα μελέτης.

Οι αρχικές σκέψεις για ένα V8 μηχανικό σύνολο γρήγορα εγκαταλείφθηκαν λόγω του αυξημένου μεγέθους του. Η λύση του χωροταξικού προβλήματος δόθηκε με την κατασκευή ενός V6 2.670 κ. εκ. και απόδοσης 170 ίππων. Με δυο βαλβίδες ανά κύλινδρο και δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής ανά πλευρά κυλίνδρων, ο μικρός σε μέγεθος και βάρος κινητήρας της Maserati, παρείχε αρκετά καλές επιδόσεις στο γαλλικό coupe των 1.460 κιλών.

Το κιβώτιο των πέντε σχέσεων, κατασκευασμένο από τη Citroen, τοποθετήθηκε στο μπροστινό μέρος του κινητήρα δίνοντας έτσι απευθείας την κίνηση στους μπροστινούς τροχούς. Οι δοκιμές που έγιναν με την τοποθέτηση του κινητήρα πάνω σε DS είχαν ενθαρρυντικά αποτελέσματα, οδηγώντας τον V6 της Maserati στη γραμμή παραγωγής. Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι τα επόμενα χρόνια ο κινητήρας εξοπλίστηκε με σύστημα ψεκασμού, αντικαθιστώντας τα τρία διπλά καρμπυρατέρ της Weber, ενώ για τις ανάγκες της αμερικάνικης αγοράς, το 1972, αυξήθηκε και η χωρητικότητα του εξακύλινδρου συνόλου φτάνοντας τα 3 λίτρα.

Η συμβολή της Maserati στο όλο project σταματάει εκεί, μιας και την κατασκευή όλων των υπολοίπων μηχανικών μερών της SM την ανέλαβε η ίδια η Citroen. Έχοντας εφοδιάσει τη DS, από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, με υδροπνευματική ανάρτηση και δισκόφρενα, συνέχισε την εξέλιξη καινοτόμων συστημάτων επιτυγχάνοντας να βρεθεί, για ακόμη μια φορά, «αιώνες» μπροστά από τους υπόλοιπους κατασκευαστές.

Η SM αποτελούσε μια ακόμη ευκαιρία για να το αποδείξει προσελκύοντας το ενδιαφέρον και την προσοχή όλων. Έτσι, λοιπόν, οι αναρτήσεις της SM, αποτελούμενες από υδροπνευματικά αμορτισέρ με αυτόματη ρύθμιση, βασίστηκαν σε αυτές της DS. Το σύστημα αυτό πέρα από τα υψηλά επίπεδα άνεσης που πρόσφερε, έδινε τη δυνατότητα στον οδηγό να ρυθμίζει χειροκίνητα το ύψος του αμαξώματος από το έδαφος διατηρώντας το παράλληλα σταθερό, ανεξάρτητα από το βάρος του φορτίου. Μπορεί να ακούγεται απλό αλλά δεν είναι, ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι εξελίχθηκε τη δεκαετία του 1960. 

Για το σύστημα επιβράδυνσης επιλέχτηκαν δισκόφρενα και για τους τέσσερις τροχούς με τα μπροστινά να διαθέτουν 4πίστονες δαγκάνες και να βρίσκονται πολύ κοντά στο διαφορικό. Για την αποφυγή του μπλοκαρίσματος των πίσω τροχών, η δύναμη πέδησης προσαρμόζει τη ρύθμιση της πίσω ανάρτησης μέσω του υδραυλικού κυκλώματος.

Οι καινοτομίες, ωστόσο, δεν σταματούν εδώ. Το σύστημα διεύθυνσης αποτελείται από ένα μεταβλητής υποβοήθησης υδραυλικό τιμόνι. Αυτό σημαίνει ότι η υδραυλική υποβοήθηση μεταβάλλεται ανάλογα με την ταχύτητα του οχήματος προσφέροντας την απαραίτητη σταθερότητα και αίσθηση στο εξαιρετικά άμεσο τιμόνι. Το τελευταίο μάλιστα, διαθέτει μόλις δυο στροφές από άκρη σε άκρη μεταφέροντας την παραμικρή κίνηση του οδηγού στο δρόμο.

Την κατεύθυνση του τιμονιού ακολουθούν τα φωτιστικά σώματα τα οποία προσαρμόζονται, με τον ίδιο μηχανικό τρόπο, και όταν μεταβάλλεται το ύψος του αμαξώματος. Τέλος, κατά τη στάθμευση της SM οι τροχοί επανέρχονται αυτόματα σε ευθεία θέση, σύστημα που επανατοποθετήθηκε στη μεταγενέστερη Citroen XM.

Συνολικά παρήχθησαν 12.920 κομμάτια μέσα στο χρονικό διάστημα των έξι ετών, όσο κράτησε, δηλαδή, η παραγωγή της Citroen SM. Από αυτά μόλις 8 διατέθηκαν στην ελληνική αγορά από την επίσημη αντιπροσωπεία, ενώ απροσδιόριστος αριθμός αυτοκινήτων εισήχθη στη χώρα μας από ιδιώτες.

Διαβάστε ακόμα:

Η ιστορία του Mazda RX-7 και το άδοξο τέλος του Wankel