Η δημόσια συζήτηση γύρω από τα ηλεκτρικά πατίνια και τα Ελαφρά Προσωπικά Ηλεκτρικά Οχήματα (ΕΠΗΟ) στην Ελλάδα παραμένει εδώ και καιρό εγκλωβισμένη σε ένα στείρο και αδιέξοδο δίλημμα: Aπό τη μία η πλήρης απαγόρευση και ο δαιμονοποίηση του μέσου, και από την άλλη η πλήρης ασυδοσία υπό το πρόσχημα της τεχνολογικής προόδου.
Στην πραγματικότητα, όμως, το ζήτημα δεν είναι αν τα ΕΠΗΟ «χωρούν» ή αν ταιριάζουν στην αισθητική των πόλεών μας. Το πραγματικό ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε ως κοινωνία είναι αν είμαστε ώριμοι και έτοιμοι να οργανώσουμε την παρουσία τους με αυστηρούς κανόνες, σύγχρονες υποδομές και, κυρίως, με την απαραίτητη κυκλοφοριακή παιδεία.
Η μικροκινητικότητα ως μη αναστρέψιμη πραγματικότητα
Τα ΕΠΗΟ δεν αποτελούν μια παροδική μόδα, ούτε ένα «πυροτέχνημα» της αγοράς που θα σβήσει σε λίγους μήνες. Είναι αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης αστικής κινητικότητας παγκοσμίως. Σε μια εποχή που η κλιματική κρίση επιβάλλει τη μείωση των ρύπων και οι πόλεις ασφυκτιούν από το κυκλοφοριακό χάος, τα μέσα μικροκινητικότητας προσφέρουν μια ευέλικτη λύση για το λεγόμενο «τελευταίο μίλι» της μετακίνησης.
Ωστόσο, όσο η ελληνική κοινωνία και η πολιτεία αρνούνται να αποδεχτούν αυτή την πραγματικότητα, τόσο θα διευρύνεται το κενό ασφαλείας. Η άρνηση δεν εξαφανίζει το πρόβλημα αντίθετα, το γιγαντώνει. Όσο δεν εντάσσουμε τα πατίνια σε ένα οργανωμένο σχέδιο, τόσο θα αυξάνονται τα ατυχήματα, οι τυφλές συγκρούσεις και, δυστυχώς, οι ανθρώπινες απώλειες. Σήμερα, ζούμε μια επικίνδυνη αντίφαση: Από τη μία εκσυγχρονίζουμε τον στόλο των οχημάτων μας και από την άλλη λειτουργούμε με αντανακλαστικά περασμένων δεκαετιών.
Ο κύκλος της υποκρισίας και η «κακιά στιγμή»
Η αντιμετώπιση των τροχαίων συμβάντων στην Ελλάδα ακολουθεί ένα οδυνηρά προβλέψιμο μοτίβο. Θρηνούμε κάθε τραγωδία για λίγες ημέρες, γεμίζουμε τα τηλεοπτικά πάνελ με «ειδικούς» που αναλύουν τα αυτονόητα, αναζητούμε ευθύνες σε πρόσωπα ή στην τύχη και ύστερα επιστρέφουμε στην καθημερινότητά μας σαν να μη συνέβη τίποτα. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο υποκρισίας.
Την επόμενη κιόλας ημέρα από μια κηδεία, βλέπουμε ξανά παιδιά να κινούνται στους κεντρικούς δρόμους χωρίς κράνος, χωρίς καμία εκπαίδευση και χωρίς την παραμικρή αίσθηση του κινδύνου που ελλοχεύει σε κάθε γωνία. Κάθε απώλεια στον δρόμο δεν είναι μια «κακιά στιγμή». Είναι μια σκληρή υπενθύμιση ότι ο δρόμος δεν συγχωρεί την άγνοια. Η έννοια της «ατυχίας» χρησιμοποιείται συχνά ως άλλοθι για να καλύψει την έλλειψη παιδείας και την απουσία ελεγκτικών μηχανισμών. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ατομική ευθύνη του χρήστη είναι η συλλογική μας ανοχή απέναντι σε μια άναρχη πραγματικότητα που έχει πλέον κανονικοποιηθεί.
Οχήματα «αδέσποτα» σε αναζήτηση ταυτότητας
Μια από τις βαθύτερες παθογένειες της σημερινής πραγματικότητας είναι ότι τα ηλεκτρικά πατίνια αντιμετωπίζονται και λειτουργούν σχεδόν ως "αδέσποτα". Κυκλοφορούν σε ένα θεσμικό κενό: Χωρίς αριθμό ταυτοποίησης, χωρίς την κάλυψη μιας υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης και δίχως τον παραμικρό ουσιαστικό έλεγχο από τις αρχές. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι οι αναβάτες τους συχνά στερούνται της βασικής επίγνωσης που απαιτεί η συνύπαρξη στο οδικό δίκτυο. Αυτό το "εκρηκτικό" κοκτέιλ ανωνυμίας και έλλειψης εκπαίδευσης καλλιεργεί μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση ατιμωρησίας, μετατρέποντας ένα χρήσιμο μέσο μετακίνησης σε κινητή απειλή.
Πρέπει επιτέλους να τους δώσουμε «ταυτότητα». Η θεσμοθέτηση ενός πλαισίου που θα απαιτεί την καταγραφή και την ασφάλιση αυτών των οχημάτων είναι το πρώτο βήμα για να μετατραπούν από επικίνδυνα παιχνίδια σε υπεύθυνα μέσα μεταφοράς.
Η σημερινή εικόνα είναι αποκαρδιωτική: Πεζοδρόμια κατειλημμένα από παρατημένα πατίνια, ανήλικοι να ελίσσονται ανάμεσα σε λεωφορεία και βαρέα οχήματα, και μια απόλυτη έλλειψη στρατηγικής πρόβλεψης.
Η σύγκρουση υποδομής και τεχνολογίας
Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στο ίδιο το μέσο, αλλά στο χάος που μεσολαβεί ανάμεσα στην τεχνολογία, την υποδομή και τη νοοτροπία μας. Οι ελληνικές πόλεις, στην πλειονότητά τους, παραμένουν σχεδιασμένες με μια παρωχημένη εμμονή: Το αυτοκίνητο ως απόλυτο κυρίαρχο. Ο δημόσιος χώρος είναι εγγενώς εχθρικός για οτιδήποτε δεν διαθέτει τέσσερις τροχούς και κινητήρα εσωτερικής καύσης.
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον, δεν μπορούμε να μιλάμε σοβαρά για μικροκινητικότητα όταν απουσιάζουν οι προστατευμένες λωρίδες κίνησης. Ο χρήστης του πατινιού σήμερα βρίσκεται εγκλωβισμένος σε ένα θανάσιμο δίλημμα: Ή θα εισβάλει στο πεζοδρόμιο θέτοντας σε κίνδυνο τους πεζούς, ή θα προσπαθήσει να επιβιώσει στο οδόστρωμα ανάμεσα σε οχήματα που αναπτύσσουν ταχύτητες και όγκο πολλαπλάσια των δικών του.
Όμως, το πεζοδρόμιο πρέπει επιτέλους να επιστραφεί στον φυσικό του χρήστη: Τον πεζό. Και όταν λέμε πεζό, οφείλουμε να αναλογιστούμε τους ηλικιωμένους και τις οικογένειες με καροτσάκια, αλλά πάνω από όλους εκείνους που η ίδια η πόλη έχει καταδικάσει σε έναν διαρκή, "νομότυπο" αποκλεισμό: τα Άτομα με Αναπηρία και ιδιαίτερα τους χρήστες αναπηρικών αμαξιδίων.
Σε μια χώρα όπου η προσβασιμότητα παραμένει ακόμα ζητούμενο και όχι αυτονόητο κεκτημένο, η άναρχη εξάπλωση των ΕΠΗΟ αποτελεί το τελειωτικό χτύπημα.
Για έναν συμπολίτη μας σε αμαξίδιο, ένα ηλεκτρικό πατίνι παρατημένο στη μέση μιας ράμπας ή σε ένα στενό πεζοδρόμιο δεν είναι απλώς ένα «εμπόδιο» ή μια αισθητική παραφωνία· είναι ένας ανυπέρβλητος τοίχος. Είναι η βίαιη ακύρωση της αυτονομίας, της κίνησης και, τελικά, της ίδιας του της αξιοπρέπειας.
Είναι τουλάχιστον εξοργιστικό να βαφτίζουμε ως «πράσινη μετακίνηση» και «τεχνολογική πρόοδο» μια κατάσταση που στερεί από έναν άνθρωπο με αναπηρία το δικαίωμα να διασχίσει έστω και λίγα μέτρα με ασφάλεια. Όταν ένας χρήστης αμαξιδίου αναγκάζεται να κατέβει στο οδόστρωμα, εκθέτοντας τη ζωή του σε άμεσο κίνδυνο επειδή κάποιος «βιαζόταν» να εγκαταλείψει το πατίνι του όπου τον βόλευε, τότε η τεχνολογία παύει να υπηρετεί τον άνθρωπο και γίνεται εργαλείο κοινωνικού εκφασισμού.
Η συνύπαρξη στους δρόμους μας δεν μπορεί να είναι «αλά καρτ». Ή θα μας περιλαμβάνει όλους, χωρίς εξαιρέσεις και αστερίσκους, ή θα παραμείνει ένας κενός περιεχομένου όρος, μια ευγενική μάσκα που φοράμε για να καλύπτουμε την επιστροφή μας στον νόμο της ζούγκλας και το δίκαιο του ισχυρότερου.
Η πρόταση για το «δίπλωμα κινητικότητας»
Παράλληλα με τις υποδομές, οφείλουμε να μιλήσουμε με ειλικρίνεια για την εκπαίδευση. Η χρήση ενός ηλεκτρικού οχήματος που μπορεί να αναπτύξει ταχύτητα 25 χλμ/ώρα χωρίς καμία πρότερη γνώση των κανόνων κυκλοφορίας είναι, με όρους μηχανικής, μια πράξη υψηλού ρίσκου. Όταν επιτρέπουμε σε έναν ανεκπαίδευτο χρήστη να βγει στον δρόμο, τον στέλνουμε σε μια μάχη που οι πιθανότητες δεν είναι με το μέρος του.
Το ηλεκτρικό πατίνι αποτελεί για πολλούς νέους την πρώτη τους ουσιαστική επαφή με το οδικό δίκτυο και τον ΚΟΚ. Αντί να προσπαθούμε να τους αποκλείσουμε με απαγορεύσεις που στην πράξη δεν τηρούνται, οφείλουμε να τους εντάξουμε σε μια κουλτούρα υπευθυνότητας. Γι’ αυτό και η πρόταση του Πανελληνίου Συλλόγου Εκπαιδευτών Οδήγησης (ΠΣΕΟ) για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου «Διπλώματος Κινητικότητας» είναι πιο αναγκαία από ποτέ.
Δεν πρόκειται για μια απλή γραφειοκρατική διαδικασία, αλλά για μια διαρκή εκπαιδευτική διαδρομή. Θα πρέπει να ξεκινά από το σχολείο, διδάσκοντας στο παιδί πώς να είναι ασφαλής πεζός, πώς να χρησιμοποιεί το ποδήλατο και αργότερα το πατίνι, καταλήγοντας τελικά στο αυτοκίνητο. Η οδική ασφάλεια δεν είναι ένα θεωρητικό μάθημα που εξετάζεται με «σταυρόλεξα» είναι μια δεξιότητα επιβίωσης, μια στάση ζωής που πρέπει να καλλιεργείται συστηματικά.
Η γονεϊκή ευθύνη και το ηλεκτρονικό «ξεφόρτωμα»
Σε αυτό το σημείο, πρέπει να αγγίξουμε μια ευαίσθητη χορδή: Τον ρόλο της οικογένειας. Ας σταματήσουμε να κρυβόμαστε πίσω από δικαιολογίες περί «μοντέρνων καιρών». Η πικρή αλήθεια είναι ότι για μια μεγάλη μερίδα γονέων, το ηλεκτρικό πατίνι έχει καταλήξει να είναι ό,τι ακριβώς και το κινητό τηλέφωνο ή το tablet: ένα ακριβό γκάτζετ που λειτουργεί ως «ηλεκτρονική νταντά».
Επειδή πολλοί γονείς νιώθουν ενοχές για τον ελάχιστο χρόνο που αφιερώνουν στα παιδιά τους, ή επειδή απλώς βαριούνται να θέσουν όρια και να ασχοληθούν ουσιαστικά με την εκπαίδευσή τους, επιλέγουν την εύκολη λύση. Αγοράζουν ένα όχημα, το παραδίδουν στο παιδί και το αφήνουν να κυκλοφορεί ανεξέλεγκτο στις γειτονιές ή ακόμα και σε λεωφόρους, χωρίς κράνος, χωρίς επίβλεψη και χωρίς την παραμικρή γνώση κινδύνου.
Όμως, το πατίνι δεν είναι PlayStation. Δεν υπάρχει κουμπί "restart" όταν κάτι πάει στραβά στον δρόμο. Όταν βγάζεις ένα παιδί ανεκπαίδευτο στην κυκλοφορία, δεν του προσφέρεις ελευθερία, ούτε το κάνεις «μάγκα». Του δίνεις ένα εισιτήριο για το χειρουργείο ή, ακόμα χειρότερα, για το νεκροταφείο. Οι δικαιολογίες τύπου «δεν το περιμέναμε» ή «ήταν το καλό παιδί της γειτονιάς» δεν έχουν καμία αξία μετά το ατύχημα. Όταν η γονεϊκή ευκολία αντικαθιστά την ευθύνη, το δυστύχημα παύει να είναι ατυχία και γίνεται στατιστική βεβαιότητα.
Συμπέρασμα: Ο καθρέφτης του πολιτισμού μας
Η τεχνολογία τρέχει με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, αλλά η κοινωνία και οι θεσμοί μας μοιάζουν εγκλωβισμένοι σε μια στάσιμη βαλτώδη κατάσταση. Όσο αυτό το χάσμα μεγαλώνει, τόσο περισσότεροι άνθρωποι - και κυρίως νέοι - θα πληρώνουν το τίμημα της αδράνειάς μας.
Η μετάβαση στη μικροκινητικότητα δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει με όρους «ζούγκλας». Απαιτείται πολιτική βούληση για ριζικές αλλαγές στον αστικό σχεδιασμό, αυστηρότητα στην εφαρμογή των νόμων και μια εκ βάθρων αλλαγή στη νοοτροπία μας. Πρέπει να πάψουμε να βλέπουμε τα ΕΠΗΟ ως παιχνίδια και να τα δούμε ως οχήματα που απαιτούν πειθαρχία, επίγνωση και συνεχή εκπαίδευση.
Ας μην γελιόμαστε: ο σεβασμός στον αδύναμο και η προστασία της νέας γενιάς στους δρόμους είναι η μοναδική έγκυρη μέτρηση του κοινωνικού μας επιπέδου. Όλα τα υπόλοιπα είναι θεωρίες για τα πάνελ. Η μικροκινητικότητα απαιτεί μακρο-υπευθυνότητα. Είναι η ώρα να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και να αποφασίσουμε: θα είμαστε κοινωνία πολιτών ή μια άτακτη αγέλη σε δύο τροχούς;
Η ευθύνη είναι δική μας.
Η ώρα είναι τώρα.
Who is Who
Ο κ. Άρης Ζωγράφος είναι Πρόεδρος του Πανελληνίου Συλλόγου Εκπαιδευτών Οδήγησης και Κυκλοφοριακής Αγωγής.




ΔΗΜΟΦΙΛΗ





