Επί τη ευκαιρία, αποκαλύπτουμε, κατ’ αποκλειστικότητα, την ταυτότητα του θεωρούμενου ως «χαμένου ανθυπολοχαγού», του διοικητή του ποιητή στον 7ο Λόχο του ΙΙ/24 Τάγματος του 24ου Συντάγματος Πεζικού, Επαμεινώνδα Χόρτη, ο οποίος έπεσε μαχόμενος στο ύψωμα της Μπόλενας, δοξολογημένη από τον Ο. Ελύτη. Σύμφωνοι, η πληροφορία αυτή δεν έχει άμεση σχέση με τον κυρίως θέμα μας. Συνήθιζε, ωστόσο, ο Μένης Κουμανταρέας να λέει ότι πιθανόν η ιστορία και η μικροïστορία γράφονται πιο πιστά από τους λογοτέχνες παρά από τους ιστορικούς και καλός φίλος υπερθεματίζει επισημαίνοντας ότι, πάντως, χρειάζεται προσοχή γιατί η ιστορία πάντοτε βρίσκεται πιο κοντά από ό,τι φαίνεται στο καθρεφτάκι του αυτοκινήτου. Οι άνθρωποι γράφουν την ιστορία καθ’ οδόν και στα υψώματα, ποιος θα μπορούσε να διαφωνήσει; Αυτή την ιστορία προσπαθούμε εν ταπεινότητι να υπηρετήσουμε.
Από το τέλος Δεκεμβρίου, οι επιθετικές επιχειρήσεις των ελληνικών δυνάμεων είχαν σταματήσει και η δράση των μονάδων περιορίστηκε σε τοπική δράση με στόχο τη βελτίωση των κατεχόμενων εδαφών. «Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο. […] Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδιοι τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι απ’ τη λάσπη […] Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα»1.
18 Φεβρουαρίου 1941: Μεγάλη ιταλική επίθεση στον τομέα του 24ου Συντάγματος, τραυματισμός και θάνατος του λοχαγού και άλλων τριών αξιωματικών, «Mόνον έτσι μπορώ να προχωρήσω: βυθίζοντας τα νύχια στο χώμα. Το βουνό είναι κάθετο. Αισθάνομαι σαν ερπετό αρπαγμένο απ’ ό,τι βρέθηκε μπροστά του κι εκτεθειμένο σε κίνδυνο, σε χτύπημα που δεν ξέρει από πού μπορεί να του ’ρθει»2.
23 Φεβρουαρίου 1941: Άρρωστος ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Οδυσσέας Αλεπουδέλης με υψηλό τυφοειδή πυρετό. Μεταφέρεται με μουλάρι στο Μπόρσι, Σταθμό Διοίκησης της ΙΙΙ Μεραρχίας και έδρα της ΙΙΙ Μοίρας Τραυματιοφορέων, όπου υπήρχε κλιμάκιο του ΙΙΙα Ορεινού Χειρουργείου. Το Μπόρσι απέχει 63 χλμ. προς το εσωτερικό της Αλβανίας από το Δέλβινο, το οποίο, με τη σειρά του, απέχει 18 χλμ. από τα ελληνικά σύνορα, από την Κακκαβιά, και βρίσκεται 13 χλμ. προ της Χειμάρρας. Από το Μπόρσι με υγειονομικό όχημα, μέσω Αγίων Σαράντα, ο ανθυπολοχαγός Οδυσσέας Αλεπουδέλης μεταφέρεται στο Δέλβινο, έδρα του Α1 Ορεινού Νοσηλευτικού Τμήματος και του Α2 Ορεινού Χειρουργείου, ένας «Σωτήρας άγγελος της ζώνης των πρόσω», το «ορεινόν χειρουργείον», το οποίο «έχει μια σκηνή πιο πίσω απ’ τις γραμμές, κάτι γιατρούς με λευκές μπλούζες και έχει κυρίως μαχαίρια και στράνια που κόβουν αλύπητα. Σε κολλάει, λοιπόν, πάνω στο τραπέζι κ’ αρχίζει το πριόνι και δουλεύει αλύπητα, αδυσώπητα»3.
Ο δρόμος προς τα Ιωάννινα
Τελικά, στις 26 Φεβρουαρίου, μέσω της καροποίητης οδού Δέλβινο-Γεωργουτσάδες και κατόπιν της αμαξιτής οδού Μπουλαράτ-Ελαία (Καλπάκι)-Γιάννενα, ο Ο. Ελύτης μεταφέρεται στο Νοσοκομείο αξιωματικών Ιωαννίνων, το λεγόμενο «Ρουμανικόν», όπου νοσηλεύεται μέχρι τον Απρίλιο 1941.
«Στο μέτωπο αρρώστησα από βαρύτατο τύφο», έλεγε σε μια συνέντευξή του στα παιδιά της Πανσπουδαστικής ο Ελύτης. «Τα νερά που πίναμε, όπου βρίσκαμε ανάμεσα στα πτώματα των μουλαριών, ήτανε μουλιασμένα […]. Χρειάστηκε να κάνω τρία μερόνυχτα με τα πόδια και με ζώο για να βρεθώ σε βατό δρόμο και να διακομισθώ στο Νοσοκομείο. Έμεινα εκεί σαράντα μέρες με σαράντα πυρετό, ακίνητος, με πάγο στην κοιλιά. Με είχανε αποφασίσει, αλλά εγώ δεν είχα αποφασίσει τον εαυτό μου. Θυμάμαι ότι αρνήθηκα να με μεταφέρουν στο μικρό θάλαμο των ετοιμοθανάτων, όπως κάποιο άλλο βράδυ αρνήθηκα πεισματικά να κοινωνήσω και να εξομολογηθώ στον παππά που μου φέρανε, όταν η κρίση της αρρώστειας έφτασε στο κατακόρυφο […] Την ημέρα που κρίθηκε ότι είχα γλιτώσει και άρχισε να υποχωρεί ο πυρετός, ήρθε διαταγή να εκκενωθεί το Νοσοκομείο».
Εκεί, στο 406 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, «η ιδέα ενός βιβλίου» κρατούσε τον ποιητή, «όπως άλλους ένα εικόνισμα», κι όταν, επιτέλους, ξύπνησε απύρετος, και «είχε περάσει η μεγάλη κρίση», πίστεψε πως «το βιβλίο που ονειρευόμουνα θα μπορούσε ίσως να γίνει»4.
Στον δρόμο για το Αγρίνιο και τη Λάρισα
16 Απριλίου 1941. Μεγάλη Τετάρτη: Με την κατάρρευση του μετώπου και την επικείμενη είσοδο των Γερμανών στα Γιάννενα, εκκενώνεται το Νοσοκομείο. Προκειμένου να μη συλληφθεί προτιμά, με σημαντικό κίνδυνο να υποστεί εντερορραγία, να μεταφερθεί με ένα φορτηγό στο Νοσοκομείο Αγρινίου, μέσω της αμαξιτής οδού Γιάννενα-Άρτα-Αγρίνιο – «τελικά στο Αγρίνιο με παρατήσανε σ’ ένα πεζούλι και φύγανε. Μια κοπέλα, εθελοντής νοσοκόμος με άλλη αποστολή, με βοήθησε και μ’ έσυρε ως το υπόγειο μιας καπναποθήκης [Παπαστράτου], όπου σωριάστηκα κι έμεινα τρεις μέρες».
Μία ημέρα αργότερα, Μεγάλη Πέμπτη, ο ανθυπολοχαγός Γεώργιος Φυλακτόπουλος, έφεδρος της κλάσεως 1925, υποχωρών στο δρόμο για τη βομβαρδισμένη Λάρισα, βλέπει, θυμάται και γράφει: «Ο δημόσιος δρόμος έχει τη χαρακτηριστική όψη μιας εσπευσμένης υποχωρήσεως. Ο δρόμος και τα πέριξ του χωράφια είναι διάτρητα από λάκκους βομβών διαφόρου μεγέθους. Βρεταννικά κι’ ελληνικά αυτοκίνητα καίονται κατά μήκος του δρόμου ενώ άλλα είναι κατεστραμμένα ή αναποδογυρισμένα εδώ κι’ εκεί. Άταφα πτώματα στρατιωτών, σκεπασμένα τα περισσότερα μ’ ένα αντίσκηνο, κοιμούνται ήσυχα πάνω στη Θεσσαλική γη στο πλάι του δρόμου. Μερικά μουλάρια, φορτωμένα μ’ ελληνικό υλικό, βόσκουν αδέσποτα μέσ’ στα λιβάδια» -πολλοί στρατιώτες χρειάστηκε να περπατήσουν 25 ημέρες ή και επί έναν μήνα για να φτάσουν στην Αθήνα από το μέτωπο και περισσότερες από 40 ημέρες, για να φτάσουν στην Πελοπόννησο, ενώ Μακεδόνες, Θεσσαλοί και Θράκες βρέθηκαν αποκομμένοι στο Ναύπλιο και στον Πειραιά, στο δρόμο τους προς την Κρήτη, όπου πολλοί λίγοι Κρήτες στρατιώτες έφτασαν.
Στο ύψωμα 731
Ο Ελληνικός Στρατός υποχώρησε μόνον όταν αισθάνθηκε στην πλάτη του τα γερμανικά όπλα, όταν εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση στις 6 Απριλίου. Και πάλι, πάντως, ενώ οι Γερμανοί είχαν μπει στη Θεσσαλονίκη από τις 9 Απριλίου –«κατ’ εφαρμογήν του δικαίου των λειών, κατάσχονται την 12ην Απριλίου πάντα, τα εν τη περιοχή του λιμένος Θεσσαλονίκης, εις τα υπόστεγα των προκυμαιών, τας αποθήκας, τα σιλό, τας αποθήκας υγράς, καυσίμου ύλης […] αποθηκευμένα είδη»–, ο Ελληνικός Στρατός ανέτρεπε, βαθιά στην Αλβανία, στον τομέα Μπούμπεσι-Τρεμπεσίνα τις φονικότατες επιθέσεις των Ιταλών στο ύψωμα 731 της Κλεισούρας, όπου «τα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού»: «χιλιάδες αεροπλάνα και πυροβόλα βρέχουν φωτιά. Από το 731, φαίνεται δεν θα μείνει τίποτε», θυμάται ο Νικηφόρος Βρεττάκος. «Πώς όταν θα διαλύσει τον καπνό ο αέρας, δεν θα δεις πια, παρά ένα σωρό από ασβέστη. Το ύψωμα αυτό είναι το κλειδί», γι’ αυτό και μπροστά στο 731 το θέαμα ξεπερνούσε «την αντοχή του ανθρώπου».
«Σ’ όλο το πλάτος της λουρίδας», θυμάται ο Άγγελος Τερζάκης, «κάπου εκατόν πενήντα μέτρα, τα πτώματα στοιβάζονταν σε σωρούς, εδώ διαμελισμένα αλλού παραμορφωμένα, με πληγές φοβερές, που έχασκαν. Ήταν αγκαλιασμένοι σε συμπλέγματα, Ιταλοί μεταξύ τους ή και μ’ Ελληνες από τις αντεπιθέσεις, σκόρπια μέλη κομμένα, θερισμένα από το πυροβολικό», σκηνή που παραπέμπει, βέβαια, στα πεδία μαχών του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου.
Στον δρόμο για την Αθήνα
22 Απριλίου 1941: Ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Ο. Αλεπουδέλης μετακινείται με αυτοκίνητο προς την Αθήνα, μέσω Αντιρρίου-Ρίου και της αμαξιτής οδού Πάτρα-Κόρινθος-Αθήνα.
23 Απριλίου 1941: Εισαγωγή του στο Β΄Στρατιωτικό Νοσοκομείο το οποίο εδρεύει στον Ευαγγελισμό. Την ίδια ημέρα, «αρχίζει η καταστροφή των [δημοσίων και ιδιωτικών ειδών, πλην των απολύτως απαραίτητων]. Το θέαμα είναι τρομερό. Κουβέρτες, αντίσκηνα, […], στολές, αφόρετες μάλλινες κάλτσες, ολοκαίνουργια παπούτσια ξεσχίζονται με την ξιφολόγχη σε μικρά κομμάτια. Γραφομηχανές, τηλέφωνα, ωρολόγια, οπτικά είδη καταστρέφονται αγρίως με τον καζμά. Άθικτα σωληνάρια οδοντόκρεμας και κρέμας ξυρίσματος πιέζονται κι’ αδειάζονται από το περιεχόμενό τους. Τα μισά αυτοκίνητα διαλύονται εις τα εξ ων συνετέθησαν και καταστρέφονται επί τόπου έτσι όπως είναι καμουφλαρισμένα μέσα στις αγριοβαλανιδιές […] Καίονται όλα τα αρχεία – κάθε στρατιώτης κρατά μόνο ένα σακίδιο, μια κουβέρτα, το όπλο, τη μάσκα, το παγούρι και το κράνος του»5.
Ο «χαμένος ανθυπολοχαγός»
24 Απριλίου 1941 - Μάιος: Το Νοσοκομείο αδειάζει και ο Ελύτης παίρνει εξιτήριο για το σπίτι του. Σχεδόν καθ’ όλο τον Μάιο αναρρώνει. «Ορκιζόμουνα στο όνομα της Ανάστασης αυτού του Έλληνα ήρωα που ήταν τώρα για μένα ο Ανθυπολοχαγός της Αλβανίας, αυτός που προχωρεί στη μάχη με το φυλαχτό της λυρικής μου ιδέας στο στήθος […] Δεν απόμενε παρά να κρατήσω τον όρκο μου και να δώσω υπόσταση στον Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, αυτόν που είχε δοκιμαστεί σ’ όλα τα ανεβοκατεβάσματα της ελληνικής ιστορίας και που προχωρούσε ολοένα για να φτάσει μέσα και πέρα από τον θάνατο, στην Ανάσταση στο “Πάσχα τ’ Ουρανού”», γράφει αργότερα ο ποιητής στον Κίμωνα Φράιερ – στη φονική μάχη στα υψώματα της Μπόλενας, στις 26 Ιανουαρίου 1941, σκοτώθηκε ο λοχαγός Πεζικού Επαμεινώνδας Χόρτης, γεννημένος στην Κέρκυρα την 1η Ιανουαρίου 1893, κλάσεως 1913Β – ο «χαμένος ανθυπολοχαγός», λοιπόν, δεν είναι ο ανθυπολοχαγός Χόρτης, ο οποίος δεν φαίνεται να είναι υπαρκτό πρόσωπο. Τη θέση του, στον 7ο Λόχο του 24ου Συντάγματος, πήρε ο Ο. Ελύτης, στις αρχές Φεβρουαρίου, αποσπασμένος από την III Μεραρχία. «Μπήκε [ο ανθυπολοχαγός Αλεπουδέλης] στην υπηρεσία επιβλέποντας τη διάνοιξη χαρακωμάτων», θυμάται ο συμπολεμιστής, σύντροφός του εν όπλοις Στάθης Φίλιππας από τη Λευκάδα, «και συχνά ο ίδιος με τον κασμά βοηθούσε τους στρατιώτες […] Με τους φαντάρους συναναστρεφόταν όλη μέρα, φιλικός και πρόσχαρος […] Στο πρόσωπό του διακρίναμε όλοι μια γλυκύτητα, μια πραότητα, μια αντοχή ή μια αδιαφορία στις κακουχίες, έστω κι αν φάνταζε καλομαθημένος […] Αλλά εκείνο που τον κρατούσε σε διαρκή αγωνία ήταν η επιμονή του να μάθει με κάθε λεπτομέρεια για την τελευταία μάχη με τους Ιταλούς, που στοίχισε τη ζωή στον διοικητή του [τον Χόρτη] […] Ρωτούσε τον κάθε στρατιώτη, επισκεπτόταν συχνά το ύψωμα όπου έγινε η φονική μάχη, ρωτούσε για την προσωπικότητα του Χόρτη, κρατούσε συνεχώς σημειώσεις ή δεν ξέρω τι άλλο έγραφε στο σημειωματάριό του».
Να δώσει επιθυμεί ο ποιητής υπόσταση στον Ανθυπολοχαγό, που δεν ήταν ο διοικητής του, όπως η έρευνα καταδεικνύει, και να συναντηθεί, ξανά και πάντοτε, με τους συντρόφους του και τις ενσαρκωμένες σε αυτούς αρετές τους – ο πόλεμος στην Αλβανία, ιστορικό γεγονός και λογοτεχνική παράσταση : «Οι αρετές που εύρισκα ενσαρκωμένες και ζωντανές στους συντρόφους μου σχηματίζανε τη μορφή ενός άντρα σωστού και άφοβου, που τον συναντούσα σε όλους τις περιόδους της ιστορίας μας. Χίλιες φορές τον είχαν σκοτώσει και χίλιες φορές είχε ξαναστηθεί ανάμεσά μας. Αυτό ήταν, χωρίς αμφιβολία, το μέτρο και η αξία ενός πολιτισμού βασισμένου στην αγάπη της ζωής και όχι του θανάτου. Στην ελευθερία που ξαναγεννούσε τη ζωή μέσ’ από τα ερείπια του θανάτου […]», του κακού που πρώτη φορά εμφανίζεται στην ποίηση του Ελύτη στο Άσμα.
Ένα κόκκινο σκούρο αυτοκίνητο στην Ομόνοια
Τρεις μέρες αργότερα, οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα. Στις 27 Απριλίου 1941, ημέρα Κυριακή, θυμάται και καταγράφει ο δικηγόρος Χρήστος Χρηστίδης, σε ένα γκαράζ στην οδό Ξενοφώντος, «ένα ραδιόφωνο αυτοκινήτου μας έδωσε την πρώτη επαφή με την πραγματικότητα, μεταδίδοντας τη διαταγή του στρατηγού Καβράκου: Να κλείσουν τα καταστήματα, να κλειστούν οι πολίτες στα σπίτια τους […]». Στις 9:57, από τον τρίτο όροφο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, ο συγγραφέας μας αντίκρισε «μια μοτοσικλέτα που ανέβαινε την οδό Σταδίου από την Ομόνοια στο Σύνταγμα, είχε το πίσω μέρος της σκεπασμένο με την κόκκινη σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό». Αμέσως πίσω της, «το νούμερο 38172 κόκκινο σκούρο αυτοκίνητο κατέβηκε από την Ομόνοια με το καπό του σκεπασμένο κι αυτό με μια πελώρια κόκκινη αγκυλωτή σημαία». Ήδη από το πρωί, μια φάλαγγα μοτοσυκλετιστών είχε ολοταχώς κατεβεί τη Λεωφόρο Κηφισίας, είχε διασχίσει τις λεωφόρους Βασιλίσσης Σοφίας και Αμαλίας και είχε στρίψει στην οδό Διονυσίου Αεροπαγίτου. Επικεφαλής ήταν δύο θωρακισμένα αυτοκίνητα με αριθμούς κυκλοφορίας 219.984 και 296.994. Κάτω από την Ακρόπολη, δύο αξιωματικοί βγήκαν από τα αυτοκίνητα, ανέβηκαν επάνω συνοδευόμενοι από ένα απόσπασμα και ύψωσαν τη γερμανική σημαία, αφού κατέβασαν την ελληνική.
«Έφτασαν προχτές και γέμισε η Αθήνα. Έφταναν απ’ όλους τους δρόμους μαύρα αυτοκίνητα σκονισμένα, γεμάτα από ανθρώπους πρασινόγκριζους με μπότες», σχολιάζει ο ζωγράφος Περικλής Βυζάντιος την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα. «όταν κατάλαβε ο κόσμος ότι το μέτωπο ήταν αδύνατο να συγκρατηθεί και άρχισαν οι θλιβερές ημέρες της καταλήψεως, έτρεξε να προμηθευτεί πράγματα που είχε μάθει ότι λείπουν σε μια κατειλημμένη χώρα. Προπαντός αγόραζαν όλοι παπούτσια και σαπούνια», ενώ καταστήματα λεηλατούνταν6.
Από το επόμενο Σαββατοκύριακο θα ασχοληθούμε με τα χρόνια της Κατοχής.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Το τέλος μιας Εποποιίας, Απρίλιος 1941, ΔΙΣ, 1949, σσ. 384-385. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Ελληνική αντεπίθεσις, 14 Νοεμβρίου 1940 - 6 Ιανουαρίου 1941, ΔΙΣ, 1966 (ανατύπωση 1986), σ. 222, και Σχεδιαγράμματα 26α-29. Ελύτης, Οδυσσέας, «Μπολένα ΙΙ», «Εκ του πλησίον», Ποίηση, Ίκαρος, 2002. σ. 619, Το Άξιον Εστί, αυτ., σσ. 136, 138. Για την Μπολένα, ακρότατο σημείο της όλης ελληνικής προελάσεως, βλ. Τσακαλώτος, Θρασύβουλος, 40 χρόνια στρατιώτης της Ελλάδος : πώς εκερδίσαμε τους αγώνες μας 1940-1949, Α’ τόμος, Εκ του Τυπογραφείου της Ακροπόλεως, 1960, σ. 122. Ελύτης, Οδυσσέας, Το Άξιον Εστί, «Οι ημιονηγοί», ό.π., σ. 142. Κάρης, Μίχος, 10ος Όρχος Πυρομαχικών. Σελίδες ημερολογίου από το αλβανικό μέτωπο, Τρία Φύλλα, 1984, σσ. 33-34.
2. Κοσμάς, Γεώργιος, Ελληνικοί Πόλεμοι. Βαλκανικοί-Ελληνοϊταλικός-Συμμοριτοπόλεμος, [εκδ. Γαρ. Παπαδοπούλου], 1967, σ. 243. Ελύτης, Οδυσσέας, «Χρόνος δεσμώτης…», ό.π., σ. 363.
3. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Υγειονομική υπηρεσία του στρατού κατά τον πόλεμο 1940-1941, ΔΙΣ 1983, Σχεδιάγραμμα 14 και σ. 239. Γκοτσίνας, Στάθης, Από χιόνι… Πολεμώντας στην Αλβανία, ό.π., σ. 105. Κρεμμυδάς, Βασίλης Ν., «Ορεινά χειρουργεία. Οι Σωτήρες άγγελοι της ζωής των πρόσω», Ιατρική Επιθεώρηση Ενόπλων Δυνάμεων, τχ. 29 (Παράρτημα), 1995, σσ. 5-21, και του ίδιου, Πολεμικά σύμμεικτα του ’40- ’41, Δήμος Αθηναίων, Πολιτιστικός Οργανισμός, 2001, σσ. 20-31. Μουζάκης, Ελευθέριος, Αυτοβιογραφία. Ντοκουμέντο μιας ζωής, Κέδρος, 1997, σσ. 132-133.
4. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Υγειονομική…, ό.π., Σχεδιάγραμμα 15. Για το 406 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, βλ., Νταφούλης, Π, «Η ιστορία του 406 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων (μέχρι το τέλος του Ελληνοϊταλικού πολέμου)», Ιατρική Επιθεώρηση Ενόπλων Δυνάμεων, ό.π., σσ. 29-34. Κωνσταντίνου, Γεώργιος Ν., Η ιστορία των στρατιωτικών νοσοκομείων στη νεότερη Ελλάδα, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη, 2010, σσ. 325-348. Το εν λόγω νοσοκομείο «[…] ελειτούργησεν εις Ιωάννινα από 8.12.1940 μέχρι της 23.41941, ότε και διελύθει […] Η κίνησις των διακομιζομένων υπήρξεν Ιανουάριον 7.500, Φεβρουάριον 9.350, Μάρτιον 13.700, Απρίλιον μέχρι των γεγονότων [τη σύναψη ανακωχής και την είσοδο των Γερμανών στα Ιωάννινα] 11.275 […]» (ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η υγειονομική…, ό.π., σ. 174.) Για τη λειτουργία του νοσοκομείου, βλ., και Αρχείο ΓΕΣ/ΔΙΣ, Φ. 671/Α/1, Φ. 693/Α/3, Φ. 695/Ε/1. Οι Ιταλοί βομβάρδισαν το νοσοκομείο στις 5 Νοεμβρίου 1940 και οι Γερμανοί στις 20 Απριλίου 1941, ανήμερα της Κυριακής του Πάσχα. Για τις διακομιδές υπήρχε ένας λόχος υγειονομικών αυτοκινήτων. Για τις επείγουσες ανάγκες διατέθηκαν στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων ένα επιβατικό και δύο υγειονομικά αυτοκίνητα, ενώ τέσσερα υγειονομικά αυτοκίνητα ήταν στη διάθεση του Αρχιάτρου της VIII Μεραρχίας. Οι διακομιζόμενοι από το μέτωπο προς τα μετόπισθεν τραυματίες και ασθενείς μετακινούνταν με τα αυτοκίνητα ανεφοδιασμού που επέστρεφαν, καθώς και με ειδικά υγειονομικά αυτοκίνητα. Στην πρώτη γραμμή, βέβαια, οι διακομιδές πραγματοποιούνταν με κάθε δυνατό τρόπο και μέσο. Για τον βομβαρδισμό του 2ου Στρατιωτικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, που στεγαζόταν στη Ζωσιμαία Ακαδημία, από τους Γερμανούς, βλ. και Κοντιάδης, Ξενοφών, Δωσίλογοι και ονειροπόλοι. Μια αληθινή ιστορία, Τόπος, 2026, σσ. 15-20. Ελύτης, Οδυσσέας, «Έζησα το θαύμα της Αλβανίας», συνέντευξη στην Πανσπουδαστική, τχ. 41, 25 Οκτωβρίου 1962, σ. 10. Πρβλ., του ίδιου, «Το χρονικό…», ό.π., σσ. 411-413.
5. Ελύτης, , Οδυσσέας, «Έζησα…», ό.π. Φυλακτόπουλος, Γεώργιος Σ., Γερμανική επιδρομή κατά της Ελλάδος. Απρίλιος 1941. Προσωπικόν ημερολόγιον, πρόλογος-σημειώσεις-βιβλιογραφία: Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, Άγρα, 2008, σσ. 33-34, 59-60. Δροσάκη, Ελευθερία, Εν Θεσσαλονίκη… από τον πόλεμο, την κατοχή και την αντίσταση, Οδυσσέας, 1985, σ. 32. Βρεττάκος, Νικηφόρος, Οδύνη. Αυτοβιογραφικό χρονικό, πρόλογος: ας Βρεττάκος, Πόλις, 1995, σ. 197. Τερζάκης, Άγγελος, Ελληνική εποποιία 1940-1941, Το Βήμα βιβλιοθήκη, 2009, σσ. 233-234.
6. Κοψίδα-Βρεττού, Παρασκευή, «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας: η λυρική μεταρσίωση της ιστορίας», Θέματα λογοτεχνίας, τχ. 1, σσ. 138-145. Πολίτη, Τζίνα, «Θεωρίες για την καταγωγή της γλώσσας…», ό.π., σ. 34: «Το κακό […] είναι η βίαιη έξοδος από τον Κήπο της Φιλότητας και η πτώση στον κόσμο του Νείκους και της Ιστορίας». Χρηστίδης, Χρ., Χρόνια Κατοχής, 1941-1944. Μαρτυρίες Ημερολογίου. Πρόλογος-συμπληρώματα-σημειώσεις, χ.ε., 1971, σ. 1. Γρηγοριάδης, Σόλων Νεοκ., Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974, εισαγωγή: Γιώργος Μαργαρίτης, τόμος Ι, «Κατοχή: μεγάλη νύχτα», Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 2011, σ. 25. Βυζάντιος, Περικλής, Η ζωή ενός ζωγράφου. Αυτοβιογραφικές σημειώσεις, ΜΙΕΤ, 1994, σσ. 161, 165.
Για τον «ανθυπολοχαγό» Χόρτη, βλ., Βερύκιος, Σπύρος, «Άσμα ηρωικό και πένθιμο - Με τον Ελύτη στην Μπολένα», εφ. Ενημέρωση, 24 Οκτωβρίου 1999, σσ. 11-13. Φιλίππου, Φίλιππος, Ο ερωτευμένος Ελύτης, Ψυχογιός, 2011, σ. 262. [Ευχαριστώ τον Φίλιππο Φιλίππου για τη φωτοτυπική αναπαραγωγή του δημοσιεύματος.] Ο Βερύκιος και ο Φιλίππου τον ταυτίζουν με τον «χαμένο ανθυπολοχαγό». Βάσει του Βιογραφικού σημειώματος (θανόντος εν πολέμω) του Λοχαγού Πεζικού Επαμεινώνδα Χόρτη του Αθανασίου, που υπηρετούσε στο 24ο Σύνταγμα Πεζικού, και ο οποίος είχε γεννηθεί στην Κέρκυρα στις 1 Ιανουαρίου 1893, κλάσεως 1913Β, και απόκειται στη ΔΙΣ, αλλά και βάσει του Ατομικού του Δελτίου ΓΕΣ/Β1, με αύξοντα αριθμό 2476, που απόκεται στην Υπηρεσία Στρατιωτικών Αρχείων, αυτός ο Χόρτης είναι που έπεσε ηρωικά μαχόμενος στην Μπόλενα. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από την έκδοση της ΔΙΣ, Αγώνες και νεκροί του Ελληνικού Στρατού κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο (1990), σσ. 46-47, όπου και συνοπτικό βιογραφικό του λοχαγού Επαμεινώνδα Χόρτη. O υπ’ όψιν αξιωματικός συμπεριλαμβάνεται στους πεσόντες που έχουν αναγραφεί στο μνημείο της «Κιβωτού Εθνικής Μνήμης», το οποίο βρίσκεται στο Στρατόπεδο «ΣΤΡΑΤΑΡΧΟΥ ΠΑΠΑΓΟΥ».
Θερμές ευχαριστίες για την άμεση ανταπόκριση στη σχετική αίτησή μου στον Διευθυντή ΔΙΣ Συνταγματάρχη ε.ά. Δοξάκη Κομήτη και στη Χειρίστρια του θέματος Ανθλγό (ΠΒ) Ιωάννα Αργυροπούλου, Επιτελή ΓΕΣ/Δ4/ΥΕ/2γ.




ΔΗΜΟΦΙΛΗ
_77761_486746_type13129.jpg)




