Η κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς δεν συνεισέφερε ιδιαίτερα στην πολεμική τους προσπάθεια, δεδομένου, μάλιστα, ότι κατά τη δεκαετία του 1930 οι Γερμανοί είχαν με επιτυχία, από πλευράς οικονομικών αποτελεσμάτων, διεισδύσει στα Βαλκάνια – λόγου χάριν, 40,4% της αξίας των ελληνικών εξαγωγών αφορούσε στις εξαγωγές προς τη Γερμανία. Για αυτό, άλλωστε, οι Γερμανοί είχαν συναίσθηση των μειονεκτημάτων τα οποία παρουσίαζε μια πολεμική εμπλοκή τους στην Ελλάδα. Για τον ίδιο λόγο προσπάθησαν, ύστερα από την κατάληψη της χώρας, να αποτρέψουν το οικονομικό μονοπώλιο των Ιταλών στην εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Ελλάδας.
Στόχος των Γερμανών, οι οποίοι είχαν πρωτίστως στρατηγικά συμφέροντα στην Ελλάδα, ήταν η στον μεγαλύτερο δυνατόν βαθμό εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων της χώρας για στρατηγικούς σκοπούς, χωρίς να ασχοληθούν με τα συμφέροντα των συμμάχων τους Ιταλών.
Ήδη από τον Μάιο του 1941, οι Γερμανοί προέβησαν σε κατάσχεση όλων των βασικών εμπορευμάτων και των βιομηχανικών προϊόντων και έθεσαν υπό τον έλεγχό τους τις περισσότερες βιομηχανίες και τα ορυχεία, κυρίως βωξίτη και νικελίου, και το Πυριτιδοποιείο του Μποδοσάκη, ενώ προέβησαν σε ενοικίαση εμπορικών οίκων ή και αγορά τους, φρόντισαν για την επέκταση των γερμανικών κεφαλαίων ή, απλώς, δήμευσαν τα περιουσιακά στοιχεία βιομηχανιών και μετέφεραν τα μηχανήματα στη Γερμανία. Πλήθος βιομηχανιών λειτούργησαν με γερμανικές διαταγές – οι έντεκα μεγαλύτερες καπνοβιομηχανίες, λόγου χάριν, παρέδιδαν στους Γερμανούς περίπου 2,8 εκατ. ημερησίως.
Αναλόγως, στη διάρκεια της Κατοχής ιδρύθηκαν 6.500 επιχειρήσεις, κατά την περίοδο 1941-1945 δόθηκε άδεια λειτουργίας σε 763 βιοτεχνικές-βιομηχανικές μονάδες, ανάμεσα στις οποίες καταγράφεται ένα «ξηραντήριο υγρών φυτών» και ένα «επιστημονικό εργαστήριο ερεύνης και κατασκευής νέου τύπου διαιτητικών τροφίμων εκ δημητριακών και οσπρίων». Άρα, δεν λειτουργεί μόνον ένα τμήμα της προπολεμικής οικονομίας κατά τη διάρκεια της Κατοχής, τα εργοστάσια, η ΠΥΡΚΑΛ, η τσιμεντοβιομηχανία και η κλωστοϋφαντουργία, που συνεχώς ζητά ανταλλακτικά από τη Γερμανία, για να συνεχίσει απρόσκοπτα την παραγωγή της. Οι αριθμοί που παρατέθηκαν καταδεικνύουν, αν συνυπολογίσουμε και την καταστροφή παραδοσιακών περιουσιών, την εκποίηση ακινήτων, για παράδειγμα, τη συγκρότηση μιας νέας αστικής τάξης – μεταξύ Απριλίου 1941 και Νοεμβρίου 1944 πουλήθηκαν, στο σύνολο της χώρας περισσότερα από 300.000 αστικά και αγροτικά ακίνητα σε 60.000 αγοραστές.
Εν τω μεταξύ, οι Ιταλοί διαμαρτύρονταν για την πρακτική των Γερμανών, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να κάνουν κάποιες παραχωρήσεις, οι οποίες αποτυπώθηκαν μέσω εμπορικών συμφωνιών μεταξύ εταιρειών, της Κρουπ, λόγου χάριν, και της ιταλικής Μεταλλευτικής Επιχείρησης, ενώ γερμανικά δικαιώματα παραχωρήθηκαν σε Ιταλούς, των ορυχείων Λαυρίου, μεταξύ άλλων, όπως και τα δικαιώματα στην αποξήρανση της λίμνης της Κωπαΐδας.
Περιττό να διευκρινιστεί ότι το μέγιστο μέρος των ελληνικών εξαγωγών κατευθυνόταν προς τη Γερμανία, το 85% το 1941, ενώ οι εισαγωγές ανέρχονταν σε 42% του συνόλου, μέσω του συστήματος κλήρινγκ, με προφανή αποτελέσματα στην εξέλιξη του πληθωρισμού, λόγω των παγωμένων πιστώσεων, και στη μεγιστοποίηση στα κέρδη των εισαγωγέων1.
Ο θάνατος είναι ταξικός
Ο χωρισμός της χώρας σε τρεις ζώνες κατοχής και η δημιουργία πολλών τοπικών, κλειστών οικονομιών κατέστησαν τη δύναμη της κεντρικής διοίκησης αναποτελεσματική, με αποτέλεσμα οι παραγωγικές και οι μη παραγωγικές περιοχές να μην επικοινωνούν, λόγω και των δυσκολιών στις συγκοινωνίες, μεταξύ τους, παρά μόνο μέσω ανταλλαγής αγαθών σε προσωπική βάση, γεγονός στο οποίο ανιχνεύεται μία από τις βασικές αιτίες της πείνας – κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 1941-1942 στο Πολεοδομικό Συγκρότημα της Πρωτεύουσας καταγράφηκαν περίπου 45.600 θάνατοι, 30.000 στην Αθήνα μεταξύ 1ης Οκτωβρίου 1941 και 26ης Ιανουαρίου 1942, λόγω και του βρετανικού αποκλεισμού και της στάσης των Γερμανών, οι οποίοι θεωρούσαν ότι υπεύθυνοι για τον επισιτισμό των Ελλήνων ήταν οι Ιταλοί, με αποτέλεσμα ένας εργάτης να λαμβάνει μόνον 875 θερμίδες έναντι περίπου 2.500 που θεωρούνταν, κατά μέσο όρο, αναγκαίες.
Επιχειρήθηκε αναγκαστική συγκέντρωση σιτηρών: σημειωτέον ότι η εγχώρια παραγωγή σιτηρών ήταν το 1942 κατά 15-30% χαμηλότερη της προπολεμικής, η οποία απέτυχε, αφού η κατοχική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει την υπερκοστολόγηση, εξαιτίας και του πληθωρισμού και της μαύρης αγοράς – οι αγρότες έκρυβαν τα προϊόντα τους ή τα πουλούσαν στη μαύρη αγορά, εξάλλου λίγο πριν την έναρξη του πολέμου από τους 1.400 τόνους δημητριακών που καταναλώνονταν στη χώρα, οι 400 εισάγονταν από το εξωτερικό, υπήρχε, επομένως, πρόβλημα σιτάρκειας. Το πρόβλημα του επισιτισμού εν μέρει επιλύθηκε χάρη σε διεθνή πρωτοβουλία ύστερα από τον Αύγουστο του 1942: 1,2 εκατ. κάτοικοι στην Αθήνα και στον Πειραιά εξασφάλισαν 1.100 θερμίδες ημερησίως, αντιστοιχούσαν 90 κιλά τρόφιμα ανά κάτοικο της πόλης από τα 670.000 κιλά που διανεμήθηκαν συνολικά από τον Αύγουστο του 1942 μέχρι τον Αύγουστο του 1945 – ο Ερυθρός Σταυρός διένειμε τα τρόφιμα μέσω των λαϊκών συσσιτίων στα οποία ήταν εγγεγραμμένοι 900.000 άνθρωποι, σε μια προσπάθεια συλλογικής οργάνωσης, έξω και πέρα από τις βαρύτατα ασθενούσες κρατικές δομές. Πάντως, οι Ιταλοί επέμειναν να διανέμουν οι ίδιοι τη βοήθεια στα νησιά, για να ασκούν πολιτικό και οικονομικό έλεγχο.
Εξαιτίας της πείνας, ο κοινωνικός ιστός κατέρρευσε, η εθνική αλληλεγγύη, που είχε σφυρηλατηθεί στη διάρκεια, του πολέμου είχε καταρρεύσει, όλοι στρέφονταν εναντίον όλων για να επιβιώσουν, σε αναζήτηση, ας πούμε, σταφίδας, βάση για παντός είδους αυτοσχέδιο παρασκεύασμα – το θανατικό, εννοείται, κτύπησε περισσότερο τις ευάλωτες ομάδες, τους πρόσφυγες, τους εργάτες, που έχασαν τη δουλειά τους, τους πλανόδιους μικρέμπορους, οι οποίοι δεν είχαν το παραμικρό να πουλήσουν, τα απομονωμένα νησιά, ο θάνατος ήταν ταξικός2.
«2.500 οικογένειες καταληστεύουν τον τόπο»
Την ίδια αυτή χρονιά, οι πληρωμές της Ελλάδας σε έξοδα κατοχής και οι συνεισφορές στη γερμανική πολεμική οικονομία αντιπροσώπευαν το 113,7% του εθνικού εισοδήματος της χώρας, αναλογικά το υψηλότερο στην Ευρώπη. Δεν ήταν, όμως, μόνο οι συνεισφορές σε προϊόντα, πρώτες ύλες, αγαθά. Οι Γερμανοί ζητούσαν μεγάλες πιστώσεις από την Τράπεζα της Ελλάδας, η οποία αναγκάστηκε να τυπώνει συνεχώς χαρτονομίσματα – το πιεστήριο αύξησε το 1943 την ικανότητά του σε 8 εκατ. δραχμές ημερησίως, με αποτέλεσμα τη μείωση της αγοραστικής αξίας και την περαιτέρω άνοδο του πληθωρισμού. Σε συνθήκες κατάρρευσης της οικονομίας –μια εφημερίδα κόστιζε στις 18 Σεπτεμβρίου 1944 10 εκατ. και την επομένη 15 εκατ. και η τιμή μιας πάστας αυξάνει σε πέντε λεπτά κατά 4 εκατ., αλλά ο «έχων και κατέχων» μπορεί να αγοράσει με 1 χρυσή λίρα δεκαπέντε πάστες3– και με την κατοχική κυβέρνηση ανίκανη να τη διαχειριστεί, η Βέρμαχτ χρηματοδοτήθηκε μέσω της πώλησης 1 εκατ. χρυσών λιρών από την Τράπεζα της Ελλάδος, ποσό που τέθηκε στη διάθεση του ειδικού πληρεξουσίου του Ράιχ Χέρμαν Νόιμπαχερ, ώστε να αποφευχθεί η πλήρης κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας, στην οποία, πάντως, συνέβαλαν Γερμανοί και Ιταλοί όχι για να καλύψουν τα έξοδα των στρατευμάτων κατοχής, αλλά κυρίως για την αγορά αγαθών που εξήγαγαν στις πατρίδες τους.
Εν τω μεταξύ, οι λίρες έφταναν από τον ουρανό, κυριολεκτικά, πάει να πει: από του Άγγλους, χάριν ενισχύσεως των αντιστασιακών οργανώσεων – στα χέρια των Ελλήνων βρέθηκαν στο τέλος της Κατοχής περίπου 2 εκατ. λίρες, 2 δις προπολεμικές δραχμές, βάσει της ισοτιμίας του 1939. Οι δραχμές χρησιμοποιούνταν μόνο για ισχνές συναλλαγές, οι αποταμιεύσεις είχαν προ πολλού αναληφθεί – τον Οκτώβριο του 1944, συνολικά στο τραπεζικό σύστημα ήταν κατατεθειμένες 186,7 λίρες. Πάντως, οι τιτλοδότες του Ριζοσπάστη στις 5 Σεπτεμβρίου 1945 έκαναν λόγο για τις «2.500 οικογένειες που καταληστεύουν τον τόπο».
Οι εξαγωγικοί στόχοι των Γερμανών δεν υλοποιήθηκαν. Οι χωρικοί δεν παρέδιδαν τα αγαθά του κόπου τους σε χαμηλές τιμές, η αντίσταση όλο και πιο οργανωμένα αντιδρούσε, πολλοί αγρότες είχαν στρατολογηθεί για υποχρεωτική εργασία, έλειπαν σπόροι, λιπάσματα, άλογα, άροτρα, η αγροτική παραγωγή, επομένως, είχε μειωθεί. Αναλόγως είχε μειωθεί και ο όγκος της βιομηχανικής παραγωγής, εκτός από την παραγωγή χρωμίου, μεγάλης σημασίας μέταλλο για την πολεμική βιομηχανία του Ράιχ – 32.437 τόνοι χρωμίου μεταφέρθηκαν το 1943 από την Ελλάδα, τη Σερβία και την Αλβανία στο Ράιχ, ενώ ο στόχος των Γερμανών για το 1944 ήταν η παραγωγή 53.000 τόνων, στόχος που εκπληρώθηκε τους πρώτους επτά μήνες κατά 140%.
Δεν είναι προς παραξενισμόν, επομένως, ότι «οι μάχες των ορυχείων», τις οποίες εξαπόλυσε ο ΕΛΑΣ, ματαίωσαν τη λειτουργία του 2/3 των ορυχείων από τους πρώτους μήνες του 1943. «Δεν μπορεί να γίνει σκέψη ούτε για επανάληψη της μεταλλευτικής επιχείρησης, ούτε για φόρτωση των 4.360 τόνων μεταλλεύματος που βρίσκονται στο λιμάνι της Λάρυμνας», έγραφε στις 29 Ιουνίου 1944, ύστερα από την ανατίναξη των στοών από τους αντάρτες, ο αναπληρωτής του Γενικού Πληρεξούσιου για τα μεταλλεία της ΝΑ Ευρώπης προς το Υπουργείο Εξοπλισμών και Πολεμικής Παραγωγής. Τις παραμονές της Απελευθέρωσης από τα δεκατρία μεταλλεία χρωμίου στη χώρα λειτουργούσαν μόνο πέντε4.
Ούτε, όμως, ένας άλλος στόχος υλοποιήθηκε, αυτός της στρατολόγησης εθελοντών για εργασία στο Ράιχ, αφού, παρά την ανεργία και την οικονομική εξαθλίωση, μόλις 42.000 Έλληνες πήγαν να εργαστούν στη Γερμανία, αφού οι μαζικές διαδηλώσεις ακύρωσαν τα σχέδια των Γερμανών, ενώ πολλοί εργάτες είχαν απορροφηθεί από εταιρείες που εργάζονταν για τον άξονα και η φυσική κατάσταση των εργατών ήταν κακή, εξαιτίας του υποσιτισμού. Εξάλλου, πολλοί εργάζονταν υποχρεωτικά, δεδομένου ότι η υποχρεωτική εργασία είχε υιοθετηθεί στην Ελλάδα από το 1941 στην κατασκευή δρόμων, αεροδρομίων, στο Ελληνικό, λόγου χάριν, στο Τυμπάκι της Κρήτης, οχυρωματικών έργων, για τα οποία δαπανήθηκε το ήμισυ των συνολικών δαπανών που πραγματοποίησαν οι Γερμανοί, στα ορυχεία, ιδιαίτερα χρωμίου και μολύβδου, όπως και στα 11 λιγνιτωρυχεία της Αττικής – το ορυχείο στο Μήλεσι παρήγε το 1939 15.000 τόνους, όταν η συνολική παραγωγή της χώρας ανερχόταν σε 139.000, και δεν χρειάζεται να επιμείνουμε στη σημασία για την κίνηση των τρένων της παραγωγής λιγνίτη μέσα στην Κατοχή5.
142 θύματα τροχαίων δυστυχημάτων
Ποια οχήματα, όμως, κυκλοφορούσαν στην Κατοχή στην Ελλάδα, πώς διεξάγονταν οι συγκοινωνίες, σε μια εποχή κατά την οποία, τουλάχιστον για το 1942, η δεύτερη αιτία θανάτου μετά τον υποσιτισμό λόγω του λιμού, ήταν τα θύματα τροχαίων ατυχημάτων-δυστυχημάτων –149 θύματα–, ενώ το 1943 ήταν η πρώτη αιτία – 162 άνθρωποι, θύματα κυρίως της αντίληψης που είχαν οι κατακτητές για την αξία της ζωής των κατακτημένων;6
Θα τα δούμε όλα αυτά το επόμενο Σαββατοκύριακο, πριν γνωρίσουμε τις εταιρείες οι οποίες, μέσα στο γενικό πλαίσιο που περιγράψαμε, συνεργάστηκαν με τον κατακτητή στην κατασκευή δημόσιων έργων.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ – ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Μανουσάκης, Βασίλειος Γ., Οικονομία και πολιτική την Ελλάδα του Β΄Παγκοσμίου πολέμου. Η ελληνική οικονομία της «Νέας Ευρώπης» του Άξονα και το ζήτημα της οικονομικής συνεργασίας με τους κατακτητές, ανέκδοτη και αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2014, σσ. 320-378, για την ενέργεια, τα ορυκτά και το εμπόριο, και σσ. 511-585, για τις ελληνικές εταιρείες πολεμικής παραγωγής, και του ίδιου, «Η ελληνική αστική οικονομία και οι δυνάμεις κατοχής» (1941-44), Γερμανικές αποζημιώσεις. Μια προδομένη υπόθεση. Το κόστος της Κατοχής σε αίμα και χρήμα, Ελευθεροτυπία, ΕΙστορικά, 2010, 39-62.
2. Λάζου, Βασιλική, «Εδαφικός κατακερματισμός. Η Κατοχή της Ελλάδας από τις δυνάμεις του άξονα», Παναγιωτόπουλος, Βασίλης (σχεδιασμός – διεύθυνση έκδοσης), Ιστορία του νέου ελληνισμού 1770-2000, 8ος τόμος, Ελληνικά Γράμματα, 2003, σσ. 33-48. Καβάλα, Μαρία, «Πείνα και επιβίωση. Αντιμετώπιση των στερήσεων στην κατεχόμενη Ελλάδα», αυτ., σσ. 49-62. Λάζου, Βασιλική, «Η πείνα στην Κατοχή, η διεθνής βοήθεια και η πολιτική χρήση της», Γερμανικές αποζημιώσεις, ό.π., σσ. 63-92. Λούκος, Χρήστος, «Η πείνα στην Κατοχή», Ιστορία της Ελλάδας…, τόμος Γ2, ό.π., σσ. 219-261. Μπουρνόβα, Ευγενία, «Θάνατοι από πείνα στην Αθήνα ης Κατοχής», Αρχειοτάξιο, τχ. 7, Μάιος 2005, σσ. 52-73. Χιονίδου, Βιολέττα, Λιμός και θάνατος στην κατοχική Ελλάδα, 1941-44, μτφρ. Δημήτρης Μιχαήλ, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2011, σσ. 42-43, 189, 190, για τον αριθμό των θυμάτων, σσ. 52-54, για την «ταξικότητα» του λιμού, σσ. 59-60, για τις πληρωμές σε είδος, σσ. 85 κ.εξ, για την αγροτική παραγωγή, σσ. 138 κ.εξ., για τον έλεγχο στη διακίνηση τροφίμων, σσ. 164 κ.εξ., για την κατανομή της βοήθειας, σσ. 228 κ. εξ., για τις αιτίες της θνησιμότητας. Χατζημιχάλη, Υπακοή, Τα δημογραφικά της Αθήνας κατά την περίοδο 1940-1945, ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο 2000. Για τον αριθμό θυμάτων από την πείνα κατά την Κατοχή, βλ., μεταξύ άλλων, Γασπαρινάτος, Σπύρος, Η Κατοχή. Η Κατοχική περίοδος μέχρι τον Οκτώβριο 1943, τόμος 1, Σιδέρης, 1998, σ. 47. Mazower, Mark, Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής, μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, Αλεξάνδρεια, 1994, σσ. 64-67. Για τη «λεηλασία των πόρων από τους κατακτητές», βλ., ευσύνοπτα, το ομότιτλο άρθρο του Μιχάλη Ψαλιδόπουλου, Η Καθημερινή, 4 Ιουλίου 2010. Για νέες επιχειρήσεις κατά την Κατοχή, βλ., Μπουρνόβα, Ευγενία – Προγουλάκης, Γιώργος, «Οι οικονομικές συνθήκες στην περίοδο της Κατοχής», Φλάισερ, Χάγκεν (επιμ.), Κατοχή – Αντίσταση, 1941-1944, ‘Εξι στιγμές του Εικοστού αιώνα, Τα Νέα/ιστορία, 2010, σ. 70, και γενικότερα σσ. 57-71 για την πείνα, τη μαύρη αγορά, το «νομισματικό χάος», τη διάσπαση της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής. Για την «αγροτική οικονομία και τις συνέπειες της Κατοχής στην επαρχία», βλ., στο ομότιτλο άρθρο του Γιάννη Σκαλιδάκη (: Γερμανικές αποζημιώσεις, ό.π., σσ. 9-38), και του ίδιου, Η Ελεύθερη Ελλάδα. Η εξουσία του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής (1943-1944), Ασίνη, 2014, σσ. 35-46, για την αγροτική παραγωγή προπολεμικά και μέχρι το 1944, σσ. 47-58, για τη διεθνή βοήθεια, σσ. 213-218, για τον αποκλεισμό περιοχών της χώρας από τη διεθνή βοήθεια. Για την «κρίση της αποθησαύρισης» και τη «μετατροπή εισοδημάτων σε περιουσιακά στοιχεία στα χρόνια της Κατοχής» (1941-1944), βλ., στο ομότιτλο άρθρο του Γιώργου Μαργαρίτη (: Γερμανικές αποζημιώσεις, ό.π., σσ. 93-106).
3. Βλάχου, Ελένη, Δημοσιογραφικά χρόνια. Πενήντα και κάτι… Α΄Ο κόσμος της οδού Σωκράτους (1935-1951), Ελευθερουδάκης, 2008, σ. 163.
4. Ζέκεντορφ, Μάρτιν (έρευνα-παρουσίαση), Η Ελλάδα κάτω από τον αγκυλωτό σταυρό. Ντοκουμέντα από τα γερμανικά αρχεία, Σύγχρονη Εποχή, 1991, σ. 233. Γούναρης, Ηλίας Π., «Τα μεταλλεία της Ελλάδος. Αι πρόοδοι εν τη εκμεταλλεύσει των μεταλλείων κατά την τελευταίαν τεσσαρακονταετίαν [1903-1942]», ΙΑΕΤΕ Α1Σ34Υ33Φ142. Παπαστεφανάκη, Λήδα, «Από τα ορυκτά του Γ΄ Ράιχ στα ορυκτά για την «άμυνα της Δύσεως». Η εξορυκτική δραστηριότητα στην Ελλάδα 1941-1966», Τα ιστορικά, τχ. 57, Δεκέμβριος 2012, σσ. 369-371. Καφάογλου, Ηλίας, Ελληνική αυτοκίνηση, 1900-1940. ΄Ανθρωποι, δρόμοι, οχήματα, αγώνες, ύψιλον/ βιβλία, 2013, σ. 573, σημ. 10, 11. Για τις «χαρακτηριστικές μάχες των αντιστασιακών δυνάμεων» και τις «μάχες των ορυχείων», βλ., Παπαδόπουλος, Δημήτρης (επιμ.), Ο ένοπλος αγώνας στην Εθνική Αντίσταση, Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων – Ινστιτούτο Αμυντικών Αναλύσεων, 2004, σσ. 155-178.
5. Οργανισμός Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως των Ηνωμένων Εθνών (ΟΥΝΡΡΑ) - Αποστολή Ελλάδος, Ο ορυκτός πλούτος της Ελλάδος, πρόλογοι: Βuell F. Maben και Ι.Γ. Ζίγδης, 1947, σσ. 29, 34-38.
6. Για τα ατυχήματα-δυστυχήματα, βλ., Χαραλαμπίδης, Μενέλαος, Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2012, σσ. 114-115. Πρβλ., Αμυράς, Πάνος, Ο λιμός, Διόπτρα, 2018, σ. 123: «Μετά την πείνα και τις αρρώστιες, οι ατζαμήδες στρατιωτικοί των δρόμων ήταν η σημαντικότερη αιτία θανάτων στην πόλη». Για τους ταξιτζήδες και τις σχέσεις με αστυνομικούς, βλ., Κασιμάτης, Πέτρος, Πορφυρός λύκος, Εκδοτικός Οίκος Α.Α. Λιβάνη, 2019, σ. 74.




ΔΗΜΟΦΙΛΗ



