Η ιστορία του ελληνικού οδικού δικτύου: Νέα δίκτυα επικοινωνίας


Περνούμε σήμερα στην περίοδο της Κατοχής μέχρι τα Δεκεμβριανά. Κατά την περίοδο αυτήν τρία ήταν τα βασικά πεδία οικονομικής συνεργασίας με τους κατακτητές: πολιτικοί μηχανικοί και ελληνικές τεχνικές εταιρείες ανέλαβαν κατασκευαστικά και οχυρωματικά έργα για λογαριασμό των κατακτητών.

  • ΚΕΙΜΕΝΟ: ΗΛΙΑΣ ΚΑΦΑΟΓΛΟΥ / ΦΩΤ.: ΑΡΧΕΙΟ

    © 2026 CAR AND DRIVER. Απαγορεύεται οποιαδήποτε αναπαραγωγή, αντιγραφή, αναδημοσίευση ή άλλη χρήση του περιεχομένου, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Η παράβαση διώκεται.
  • 19/9/2026
Πρόσθεσε το caranddriver.gr ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Σε αυτά περιλαμβάνονται και έργα οδοποιίας, στα οποία οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν Χριστιανούς και Εβραίους εργάτες. Πρόκειται, προφανώς, για καταναγκαστικά έργα. Έπειτα, έμποροι και προμηθευτές ανέλαβαν την τροφοδοσία των κατοχικών δυνάμεων με διάφορα είδη. Συγχρόνως, βιομήχανοι και βιοτέχνες ενέταξαν τις παραγωγικές τους μονάδες στην εκτέλεση συμβολαίων για τους κατακτητές ή οι μονάδες τους επιτάχθηκαν. 

Θα γνωρίσουμε τους οικονομικούς συνεργάτες της πρώτης κατηγορίας, τις τεχνικές εταιρείες τους, τα έργα οδοποιίας που εκτέλεσαν, αλλά και εργοτάξια καταναγκαστικών έργων στην περιοχή της Λαμίας και στη Βόρεια Ελλάδα, για την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής και οδικής διέλευσης. Θα δούμε, επίσης, τη σημασία της μηχανοκίνησης και των οδών για τον έλεγχο του χώρου στα Δεκεμβριανά. Προηγούμενως, όμως, επιτρέψτε μας μία αδρομερή εισαγωγή στην υπό συζήτηση περίοδο, η οποία χαρακτηρίζεται από κάποιες οικονομικές κανονικότητες.

Για τον χάρτη, όπου αποτυπώνεται η πορεία του Οδυσσέα Ελύτη προς το μέτωπο και πίσω στην Αθήνα, αλλά και με ευκρίνια το τότε υφιστάμενο οδικό δίκτυο, χρησιμοποιήθηκε το «Σχεδιάγραμμα υπ’ αρ. 4 – Αλβανικόν Μέτωπον» (: Υπουργείον Εθνικής Αμύνης, Γραφείον Πολεμικής Εκθέσεως, Σχεδιαγράμματα συνοπτικής εκθέσεως του πολέμου της Ελλάδος 1940-1941, Τυπογραφείον Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, 1942 ). Στον συγκεκριμένο χάρτη έχει τηρηθεί η ορθογραφία των τοπωνυμίων του προαναφερθέντος «Σχεδιαγράμματος». Χρήσιμο απεδείχθη, ως προς την ταύτιση των τοπωνυμίων, αλλά κι ως προς τα δίκτυα συγκοινωνιών, η νεότερη έκδοση: Συμπληρωματικές Εκδόσεις ΔΕΣ/ΓΕΣ, Λουμάκης, Σπυρ. Π., Θέματα στρατιωτικής γεωγραφίας, 1983, Σχεδιαγράμματα, 2, 10, 11, 13. Θερμές ευχαριστίες στον Νίκο Πάνο για τις επί χάρτου αρμόδιες παρατηρήσεις και υποδείξεις. Για τα τοπωνύμια επί ελληνικού εδάφους και τη σύγχρονη μεταγραφή τους, όπως και γενικότερες σχετικές πληροφορίες, βλ., Σταματελάτος, Μιχαήλ – Βάμβα-Σταματελάτου, Φωτεινή, Επίτομο Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδος, Ερμής, 2006. (Πηγή: Καφάογλου, Ηλίας, Ελύτης εποχούμενος. Διαδρομές στην ειρήνη και στον πόλεμο, ύψιλον/βιβλία, 2014.)
Για τον χάρτη, όπου αποτυπώνεται η πορεία του Οδυσσέα Ελύτη προς το μέτωπο και πίσω στην Αθήνα, αλλά και με ευκρίνια το τότε υφιστάμενο οδικό δίκτυο, χρησιμοποιήθηκε το «Σχεδιάγραμμα υπ’ αρ. 4 – Αλβανικόν Μέτωπον» (: Υπουργείον Εθνικής Αμύνης, Γραφείον Πολεμικής Εκθέσεως, Σχεδιαγράμματα συνοπτικής εκθέσεως του πολέμου της Ελλάδος 1940-1941, Τυπογραφείον Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, 1942 ). Στον συγκεκριμένο χάρτη έχει τηρηθεί η ορθογραφία των τοπωνυμίων του προαναφερθέντος «Σχεδιαγράμματος». Χρήσιμο απεδείχθη, ως προς την ταύτιση των τοπωνυμίων, αλλά κι ως προς τα δίκτυα συγκοινωνιών, η νεότερη έκδοση: Συμπληρωματικές Εκδόσεις ΔΕΣ/ΓΕΣ, Λουμάκης, Σπυρ. Π., Θέματα στρατιωτικής γεωγραφίας, 1983, Σχεδιαγράμματα, 2, 10, 11, 13. Θερμές ευχαριστίες στον Νίκο Πάνο για τις επί χάρτου αρμόδιες παρατηρήσεις και υποδείξεις. Για τα τοπωνύμια επί ελληνικού εδάφους και τη σύγχρονη μεταγραφή τους, όπως και γενικότερες σχετικές πληροφορίες, βλ., Σταματελάτος, Μιχαήλ – Βάμβα-Σταματελάτου, Φωτεινή, Επίτομο Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδος, Ερμής, 2006. (Πηγή: Καφάογλου, Ηλίας, Ελύτης εποχούμενος. Διαδρομές στην ειρήνη και στον πόλεμο, ύψιλον/βιβλία, 2014.)

Ένα ρήγμα δημιουργήθηκε μεταξύ Αθηνών και μετώπου, το οποίο μετά τον Φεβρουάριο, λίγο πριν την εαρινή επίθεση των Ιταλών, σημασιοδοτήθηκε και από κρίση ηγεσίας, όπως φαίνεται από την αμφισβήτησε από τους διοικητές των Σωμάτων Στρατού στις διαταγές του Γενικού Επιτελείου, παρά την αποτυχία της ιταλικής επίθεσης – στη διάρκεια της εαρινής επίθεσης οι Ιταλοί είχαν συγκεντρώσει 50.000 στρατιώτες στους κρίσιμους τομείς, αλλά στη μάχη δεν πήραν μέρος περισσότεροι από 3.000.

Εξάλλου, ήδη από τον Ιανουάριο, έγιναν μεγάλες προσπάθειες, αντικαταστάσεις και ανασυγκροτήσεις των μονάδων για να συνιστεί ο πόλεμος στη στατική μορφή του, αφού η ελληνική αντεπίθεση είχε ολοκληρωθεί εν μέσω μαζικής αλλαγής ρόλων, οι ημιονηγοί, λόγου χάριν, το πολυπληθέστερο σώμα του ΕΣ, όταν έχαναν τα ζώα τους μετατρέπονταν σε πεζικάριους, να άλλο ένα δείγμα για τα περιθώρια αυτενέργειας που είχαν καλλιεργήσει οι Έλληνες από τον Μεσοπόλεμο. Παράλληλα, ωστόσο, ένα δείγμα του πόσο αναλώσιμοι ήταν οι άνθρωποι σε μια εποχή που ο μέσος όρος ζωής στην Ελλάδα έφτανε τα 34 χρόνια και στις 182 ημέρες που διήρκεσε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος αντιστοιχούν ημερησίως 83 νεκροί, ενώ από τους κάπου 550.000 μαχητές περίπου 75.000 επέστρεφαν σταδιακά πίσω άρρωστοι ή ανάπηροι1.

Τούτο το πήγαιν’ έλα, με αυτοκίνητα και τρένα, η επικοινωνία των πολεμιστών με τα μετόπισθεν εδραίωσε ένα δίκτυο ενημέρωσης και επικοινωνίας2. Τα νέα ήταν σαφή. Όσοι τους είχαν στείλει να πολεμήσουν, όσοι δεν πήραν, δηλαδή, ενεργό μέρος, ήταν αναποτελεσματικοί. Πράγματι, η ελληνική ηγεσία, εγκλωβισμένη σε ένα κυκεώνα που οι βρετανικές φαντασιώσεις περί βαλκανικού μετώπου εναντίον των Γερμανών είχαν δημιουργήσει, αντιμετώπισε τη γερμανική επίθεση με τρόπο τουλάχιστον αλλοπρόσαλλο. Ο στρατός της Αλβανίας δεν έκανε καμία κίνηση μέχρι που οι Γερμανοί έφτασαν βαθιά μέσα στο ελληνικό έδαφος. Για τους φαντάρους στην Αλβανία οι ελιγμοί και χειρισμοί της ηγεσίας ήταν απολύτως ακατανόητοι. Λίγο ενδιέφερε, ας πούμε, κατά πόσο η ήττα από τον γερμανικό, έναν στρατό που ελάχιστα πεζοπορούσε, δεν θα καταγραφόταν συγχρόνως ως ήττα και από την Ιταλία. Στην πλειοψηφία τους οι ένστολοι προτίμησαν να γυρίσουν με κάθε μέσο πίσω παρά να συλληφθούν από τους Ιταλούς.

Ίδιοι βαρυποινίτες, χωρικοί σπάζουν πέτρες σε λατομείο στον Δομοκό.
Ίδιοι βαρυποινίτες, χωρικοί σπάζουν πέτρες σε λατομείο στον Δομοκό.

Η τύχη των φαντάρων βρισκόταν πια στα χέρια τους, έπρεπε να πάρει ο καθείς τις αποφάσεις του. Από τις ταχείς αποφάσεις των Βρετανών επιτελών εξαρτήθηκε και η διάσωση των 60.000 ανδρών του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος, από το Πόρτο Ράφτη, τη Ραφήνα, το Ναύπλιο, τη Μονεμβασιά, την Καλαμάτα, όπου οι Γερμανοί αιχμαλώτισαν 7.000 άνδρες. Εννοείται πως οι Βρετανοί άφησαν πίσω όλο τον βαρύ οπλισμό και τα πυρομαχικά τους, 8.000 αυτοκίνητα, 104 άρματα μάχης, 210 αεροπλάνα, 400 πυροβόλα. 

Οι στρατηγικές επιλογές των Βρετανών αναφορικά με τη μάχη της Κρήτης, να παγιδευτούν, τρόπον τινά οι Γερμανοί σε ένα πεδίο μάχης, όπου για να νικήσεις, έπρεπε να διασχίσεις θάλασσα, όπου οι Βρετανοί υπερείχαν, επιβεβαίωσε ότι οι περίπλοκοι στρατηγικοί σχεδιασμοί, για τους οποίους, πάντως, δυσφόρησαν οι επιτελείς στο Κάιρο, στη φάση αυτή του Β’ Παγκοσμίου πολέμου δεν μπορούσαν να τελεσφορήσουν σε μια μάχη εντελώς εξαρτημένη από το διεθνές περιβάλλον, σε μια μάχη όπου απεδείχθη, για πρώτη φορά, ότι η άλωση ενός μείζονος, λόγω γεωγραφικής θέσης, στόχου μπορούσε να γίνει από τον αέρα, χωρίς στήριξη σε χερσαίες δυνάμεις3.

Αλλά στην Κρήτη είχαμε και ακόμα μία καινοτομία, την εμφάνιση, δηλαδή, της ένοπλης αντιφασιστικής αντίστασης, οι εκδηλώσεις της οποίας προκάλεσαν τα βάρβαρα αντίποινα των Γερμανών.

Στην Κατοχή

Από πολλές πλευρές, επομένως, η ελληνική κοινωνία ήταν «έτοιμη» να ζήσει σε συνθήκες Κατοχής. Πρώτα, σε μια χώρα όπου καταγράφονταν κάθε χρόνο 6.000 πρόωροι θάνατοι από φυματίωση και ισάριθμοι σε παραλήρημα από ελονοσία, οι 13.325 νεκροί, σύμφωνα με τα στοιχεία του Γενικού Επιτελείου, στην Αλβανία δεν ήταν κάτι που ο ανθρώπινος νους δεν μπορούσε να χωρέσει. Έπειτα, όσοι γύρισαν από το μέτωπο μετέφεραν μια πολύτιμη εμπειρία, αυτή της συντροφικής συλλογικότητας, εκ των ως ουκ άνευ αν θέλει κάποιος να επιβιώσει. Οι ίδιοι αυτοί που επέστρεφαν λειτουργούσαν ας πούμε ως δελτία ειδήσεων, ιδρύοντας ένα μη επίσημο δίκτυο ενημέρωσης, διαδικασία η οποία ενισχύθηκε από την εξάρθρωση του δικτύου συγκοινωνιών.

Χάρη στις αφηγήσεις όσων επέστρεφαν, ο καθείς με τον τρόπο του, οι ακροατές, διψασμένοι για ειδήσεις, πάραυτα ενδύονταν το ρόλο του συνομιλητή, μαθήτευαν στην κρίση, διαμόρφωναν δική τους γνώμη, και όχι μόνο για την ηγεσία του στρατού, αλλά εν συνόλω για τους «από πάνω». Μικρές ομάδες σιγά σιγά σχηματίζονταν, ηγέτες αναδεικνύονταν, αυτοί οι οποίοι, χάρη στις εμπειρίες του πολέμου, διέθεταν γνώση και αυξημένο κύρος, προσδοκούσαν σε έναν άλλο κόσμο.

Τσάπα, φτυάρι, κομπρεσέρ, βαγονάκι. Τα εργαλεία της αγγαρείας.
Τσάπα, φτυάρι, κομπρεσέρ, βαγονάκι. Τα εργαλεία της αγγαρείας.

Με τέτοια δεδομένα οι Έλληνες εισήλθαν στην περίοδο της Κατοχής, όταν η χώρα διέθετε δύο κυβερνητικά σχήματα, μια εξόριστη κυβέρνηση χωρίς χώρα και μια κυβέρνηση που θύμιζε περισσότερο Γενικό Επιτελείο, χωρίς κύρος και εξουσία, εντολοδόχος, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενη – είναι, εν προκειμένω, χαρακτηριστικό ότι κανείς κυβερνητικός αξιωματούχος δεν παραιτήθηκε, όταν η πείνα θέριζε ή όταν οι Εβραίοι έφευγαν για τα εργοστάσια του θανάτου.

Η απορρύθμιση του κρατικού μηχανισμού έγινε εμφανής από τις πρώτες κιόλας μέρες της Κατοχής. Η εικόνα των αναπήρων εγκατεστημένων σε παραπήγματα στον περίβολο του νοσοκομείου «Σωτηρία», ή στους δρόμους της Αθήνας ρακένδυτοι να επαιτούν σε αναζήτηση λίγης φροντίδας και τροφής, καταδεικνύει το ένα σκέλος της κυβερνητικής αδυναμίας ή αδιαφορίας. Η άλλη πλευρά ήταν η απορρύθμιση της αγοράς, οι δουλειές του ποδαριού αυξάνουν, παρά τις απαγορεύσεις των Αστυνομικών Αρχών, οι Αθηναίοι αποκτούν νέες συνήθειες, καθώς οι ελλείψεις πολλαπλασιάζονται. Σε πολλά μέρη της Αθήνας συναντιούνται όλοι όσοι έχουν κάτι να πουλήσουν και αναζητούν κάτι να αγοράσουν, πολλοί κυκλοφορούν με δίχτυ στο χέρι, σε αναζήτηση της πρώτης «ευκαιρίας», οι διατροφικές συνήθειες αλλάζουν. Λόγου χάριν, στο νοικοκυριό δυο δασκάλων η κατανάλωση στη διάρκεια της Κατοχής ήταν τουλάχιστον κατά 50% μεγαλύτερη από ό,τι κατά την Προπολεμική περίοδο σε λαχανικά, κατά 50% μικρότερη σε γάλα, ενώ η κατανάλωση ρυζιού, ζάχαρης και κρέατος κάλυπτε μόνο το 20-30% της προπολεμικής4.

Οι πολίτες σιγά σιγά καταλαβαίνουν ότι οι ελλείψεις δεν ήταν μόνο ζήτημα αγορανομίας ή ελλιπούς αστυνόμευσης, αλλά και κερδοσκοπίας. Σε κάθε περίπτωση, ο κρατικός μηχανισμός δεν μπορούσε να λειτουργήσει. Ούτε οι συγκοινωνίες λειτουργούσαν, λόγω των ανατινάξεων γραμμών και γεφυρών, αλλά και της έλλειψης πρώτων υλών, κάρβουνου και βενζίνης: οι ζημιές των Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους, λόγου χάριν, ήταν τεράστιες, είχαν ανατιναχτεί 206 ατμομηχανές και 328 επιβατικά βαγόνια, όλες οι γέφυρες άνω των δέκα μέτρων σε ένα δίκτυο 1.326 χλμ., ενώ στο δίκτυο των ΣΠΑΠ είχαν ανατιναχτεί 92 από τις 99 ατμομηχανές και 3.800 τηλεφωνικοί στύλοι, σε μήκος γραμμών 805 χλμ.

Έτσι, τα αγαθά που συγκεντρώνονταν συσσωρεύονταν στις αποθήκες, δεν ήταν εφικτό να μεταφερθούν στις μεγάλες πόλεις και στην Αθήνα. Φάρμακα, παπούτσια, είδη πρώτης ανάγκης, τρόφιμα εξαφανίστηκαν, η ανταλλαγή «χέρι με χέρι» έγινε ο κανόνας, για να μην επιμείνουμε στο πλιάτσικο στο οποίο επιδίδονταν οι Ιταλοί στρατιώτες, πεινασμένοι. Κάπως έτσι, οι άνθρωποι άρχισαν να οργανώνονται, γύρω από τα συσσίτια, γύρω από τις επαγγελματικές τους ενώσεις, τους συνεταιρισμούς, με βάση τη γειτονιά τους.

Εβραίοι εργάτες φτιάχνουν δρόμους για το αεροδρόμιο του Σέδες και διάδρομο προσγείωσης.
Εβραίοι εργάτες φτιάχνουν δρόμους για το αεροδρόμιο του Σέδες και διάδρομο προσγείωσης.

Συνήθισαν, επίσης, να πεζοπορούν, αλλά και να χρησιμοποιούν τα συγκοινωνιακά μέσα σε συνδυασμούς τους οποίους δεν είχαν προηγουμένως σκεφτεί. Λόγου χάριν, μετεπιβιβάζονταν από το τρένο σε λεωφορείο για να φτάσουν στον προορισμό τους όταν οι γραμμές είχαν ανατιναχτεί ή σαμποταριστεί –οι σιδηροδρομικοί, οργανωμένοι οι περισσότεροι στο ΕΕΑΜ, που είχε ιδρυθεί στις 16 Ιουλίου 1941, θα σαμποτάρουν από τα μέσα την υποδομή και το τροχαίο υλικό (μια παραπάνω σφυριά, μια αντικανονική σύνδεση πάνω στη φούρια της δουλειάς...), τα αμαξοστάσια θα γίνουν φυτώριο δολιοφθορών και σαμποταριστών, παράλληλα με τη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων και των Βρετανών σαμποτέρ. Ο σεδίτης και η δυναμίτιδα, οι κυριότερες εκρηκτικές ύλες που ήταν σε χρήση από τον ΕΣ και είχαν κρυφτεί μετά την υποχώρηση ή διαρπαγεί από πολίτες, όπως και η βρετανικής εμπνεύσεως πλαστίτιδα, για να σταθούμε μόνο σε ένα παράδειγμα, χρησιμοποιήθηκαν σε πλείστες όσες περιπτώσεις, ενώ η βασικότερη πηγή προμήθειας εκρηκτικών ήταν τα μεταλλεία και τα ορυχεία που λειτουργούσαν για λογαριασμό των Γερμανών.

Οικονομικές κανονικότητες

Και όμως, στην Κατοχή λειτούργησαν κάποιες οικονομικές κανονικότητες. Οι βιομηχανίες, ας πούμε, λειτούργησαν εκτελώντας παραγγελίες της Βέρμαχτ, κάποιες από αυτές, πάντως, είχαν παίξει σημαντικό ρόλο στη νικηφόρα προέλαση του ΕΣ, όπως η βιομηχανία Γκλαβάνης στον Βόλο. Οι ισχυρισμοί των βιομηχάνων ότι «ήργησαν υπέρ την τριετίαν» δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Εξάλλου, ο κυριότερος τρόπος κοινωνικής αναπαραγωγής των εργατών κατά τον χειμώνα 1941-1942 ήταν η βιομηχανία. Δεδομένου ότι τα ημερομίσθια έχουν χάσει την αγοραστική τους αξία, τα συσσίτια των εργοστασίων, η πληρωμή σε είδος, με κούτες τσιγάρα, λόγου χάριν, ήταν ένας τρόπος για να συνεχίσουν οι εργάτες να δουλεύουν στα εργοστάσια, αλλά και σε συνεργεία επισκευής αυτοκινήτων5.

Θα συνεχίσουμε το επόμενο Σαββατοκύριακο 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ – ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Υγειονομική Υπηρεσία του Ελληνικού Στρατού στον Ελληνοιταλικό πόλεμο του ’40-΄41, ΔΙΣ, 1983, σ. 175.

2. Μαργαρίτης, Γιώργος, Προαγγελία Θυελλωδών ανέμων… Ο πόλεμος στην Αλβανία και η πρώτη περίοδος της Κατοχής, Βιβλιόραμα, 2009, σσ. 142-143.

3. Μανουσάκης, Βασίλης, «Η εξέλιξη των επιχειρήσεων κατά τη μάχη της Κρήτης και οι συνέπειές της», 70 χρόνια από τη μάχη της Κρήτης, Ελευθεροτυπία, ΕΙστορικά, 2011, σσ. 31-88.

4. Θωμαδάκης, Σταύρος Β. – Μπουρνόβα, Ευγενία, «Προπολεμική διαβίωση και κατοχική επιβίωση στην Αθήνα: ιστορία καθημερινής ζωής», Τα ιστορικά, τχ. 41, Δεκέμβριος 2004, σσ. 455-470. Τα στοιχεία προέρχονται από το «Τετράδιο λογαριασμών» του δάσκαλου Νίκου Ανδριτσάκη.

5. Χατζηιωσήφ, Χρήστος, «Η ελληνική οικονομία πεδίο μάχης και αντίστασης», Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, τόμος Γ2, Βιβλιόραμα, 2007, σσ. 181-217. Θωμαδάκης, Σταύρος Β., «Μαύρη αγορά, πληθωρισμός και βία στην οικονομία της κατεχόμενης Ελλάδας», τώρα στο Κράτος και ανάπτυξη στην Ελλάδα. Ένα εξελικτικό δίδυμο, Αλεξάνδρεια, 2011, σσ. 281-312. Μανουσάκης, Βασίλειος Γ., Οικονομία και πολιτική την Ελλάδα του Β΄Παγκοσμίου πολέμου. Η ελληνική οικονομία της «Νέας Ευρώπης» του Άξονα και το ζήτημα της οικονομικής συνεργασίας με τους κατακτητές, ανέκδοτη και αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2014 και του ίδιου, ευσύνοπτα, «1941-44: Η οικονομία από την κατοχή ως την Απελευθέρωση», Η Εφημερίδα των Συντακτών, 5 Μαρτίου 2014. Ektmetsoglou-Koehn, Gabriella, Axis Exploitation of Wartime Greece, 1941-43, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Emory University, 1995, και της ίδιας, «Η οικονομία ης Ελλάδας κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΣΤ΄, Εκδοτική Αθηνών, 2000, σσ. 58-64.

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ

Ανδρέας Ασσαέλ,  Στα κάτεργα του θανάτου. Ένα οδοιπορικό στα καταναγκαστικά ναζιστικά έργα Χριsτιανών και Εβραίων στην Ελλάδα με 350 ανέκδοτες εικόνες, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2024.