Η ελληνική οικονομία απέναντι στις προκλήσεις της Ευρωπαϊκής ύφεσης


Θετικές είναι οι προβλέψεις για την πορεία των οικονομικών δεικτών της χώρας μας σε σχέση με την ΕΕ. Φθάνει μόνον να επιβεβαιωθούν…

Στην ανεξέλεγκτη ακρίβεια και τον μεγαλύτερο από το μέσο όρο της ΕΕ πληθωρισμό της οικονομίας της Ελλάδας, έρχεται να προστεθεί και η αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τα οικονομικά επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Παρόλα αυτά, βλέπουμε τους δείκτες της αγοράς να παραμένουν υψηλοί και είναι να απορεί κανείς με αυτό που συμβαίνει. Ιδίως εάν ρίξει μια ματιά στην αγορά των αυτοκινήτων, που παρά τις όποιες ελλείψεις και τις καθυστερήσεις στις παραδόσεις κινείται σε πολύ ικανοποιητικά επίπεδα καθώς από την αρχή της χρονιάς έως και τον Οκτώβριο έχει φθάσει τις 92.727 ταξινομήσεις, σημειώνοντας αύξηση 3% σε σχέση με πέρσι. Και όλα αυτά σε ένα πολύ δύσκολο οικονομικό περιβάλλον και με τις αυξήσεις στις τιμές των αυτοκινήτων να έχουν ξεπεράσει μεσοσταθμικά το 20%!

Εάν σε αυτό συμπεριληφθεί και το γεγονός πώς πληρώνουμε την ακριβότερη βενζίνη στην Ευρωπαϊκή αγορά ξεπερνώντας ακόμη και χώρες του Βορρά με το σαφώς ανώτερο βιοτικό επίπεδο, ευλόγως γεννιούνται οι απορίες για τη διάρκεια αυτής της καταναλωτικής ευφορίας και τα αίτιά της.

Η Ελλάδα, όπως αναφέρουν οι εκτιμήσεις, θα ακολουθήσει με ένα πιο ήπιο ρυθμό την Ευρωπαϊκή ύφεση και αυτό έχει να κάνει με την μεγαλύτερη επιβράδυνση την οικονομίας της και τις καταναλωτικές ανάγκες που είχαν δημιουργηθεί στα χρόνια των μνημονίων.

Βεβαίως, αυτό το φαινόμενο δεν είναι μόνον ελληνικό, αλλά παγκόσμιο, λόγω και της σωρευτικής ανάγκης που δημιούργησαν τα lock down της πανδημίας του Κορωνοϊού για κατανάλωση αγαθών, διοργάνωση ταξιδιών και γενικότερα το ξόδεμα των χρημάτων που αποταμιεύθηκαν εκείνη την περίοδο και τα οποία κατά ένα μέρος αφορούσαν κρατικές επιδοτήσεις.

Ύφεση προ των πυλών στην ΕΕ

Όπως όλα τα… ωραία πράγματα στη ζωή κάποια στιγμή έχουν ένα τέλος, έτσι και όλο αυτό που συμβαίνει σήμερα θα σταματήσει με την ύφεση να έχει ξεκινήσει να χτυπά την πόρτα των μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη, ως απόρροια πληθωρισμού, ενεργειακής κρίσης, αύξησης επιτοκίων, αλλά και της γεωπολιτικής αστάθειας Ανατολής και Δύσης. Σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις, η ΕΕ, θα μπει σε τροχιά ύφεσης το 2023 κάτι που θα αποτελέσει μια ακόμη πρόσκληση για τις κυβερνήσεις των χωρών της, οι οποίες, ελέω χαμηλών επιτοκίων, έχουν αυξήσει τα χρέη τους, ενώ έχουν ξοδέψει το 1,4% του ΑΕΠ τους για τη στήριξη των νοικοκυριών απέναντι στο ενεργειακό σοκ. Το ενδιαφέρον εδώ είναι πώς η Ελλάδα, όπως αναφέρουν οι εκτιμήσεις, θα ακολουθήσει με ένα πιο ήπιο ρυθμό την Ευρωπαϊκή ύφεση και αυτό έχει να κάνει με την μεγαλύτερη επιβράδυνση την οικονομίας της και τις καταναλωτικές ανάγκες που είχαν δημιουργηθεί στα χρόνια των μνημονίων. Είναι αξιοπρόσεκτες οι θετικές προβλέψεις για την πορεία της αγοράς των αυτοκινήτων – κατά πολλούς, ο «καθρέπτης» της οικονομίας μιας χώρας– πώς την επόμενη 5ετία εκτιμάται πώς θα φθάσει με αριθμητική πρόοδο στις 160.000 μονάδες/έτος (!), με την ανάκαμψη να ξεκινά από το 2023 όπου και τα προβλήματα με τις παραδόσεις θα έχουν εξισορροπηθεί. Αναμφισβήτητα, οι προβλέψεις αυτές είναι μια αισιόδοξη νότα, μέσα σε όλο αυτό που βιώνει ο πλανήτης με τη συνέχιση του πολέμου και την ενεργειακή κρίση, ωστόσο η Ελλάδα δεν διαθέτει το οικονομικό υπόβαθρο μιας παραγωγικής χώρας, επιμένοντας να στηρίζει το ΑΕΠ της στον Τουρισμό και όχι στον πρωτογενή τομέα, κάτι που κατά την προσωπική μας άποψη είναι λάθος…

Αλλά ας μη γελιόμαστε… Η χώρα μας θα χρειαστεί ακόμη περισσότερο χρόνο για να επουλώσει τις πληγές της 10ετούς οικονομικής κρίσης και των μνημονίων, αλλά και των προβλημάτων που δημιούργησε η πανδημία. Πρέπει να είμαστε πιο συγκρατημένοι στην καταναλωτική συμπεριφορά μας, με δεδομένο τις εύθραυστες ισορροπίες στην πολιτική σκηνή, που δοκιμάζει και η τοξικότητα του προεκλογικού κλίματος που έχει ήδη ξεκινήσει…