Για χρόνια, η μεγαλύτερη επιφύλαξη απέναντι στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα ήταν η αυτονομία τους. Ήταν μια ανησυχία που είχε βάση. Οι μπαταρίες ήταν μικρότερες, οι φορτιστές λιγότεροι και ένα ταξίδι εκτός πόλης απαιτούσε σημαντικό σχεδιασμό.
Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική. Τα περισσότερα σύγχρονα ηλεκτρικά αυτοκίνητα μπορούν να καλύψουν με άνεση αποστάσεις που πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν απαγορευτικές, ενώ το δημόσιο δίκτυο φόρτισης έχει αναπτυχθεί σημαντικά σε ολόκληρη τη χώρα. Θεωρητικά τουλάχιστον…
Γιατί στην πράξη, ύστερα από ένα πρόσφατο ταξίδι από την Αθήνα προς την ελληνική περιφέρεια, διαπίστωσα ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ηλεκτροκίνησης στη χώρα μας δεν είναι η αυτονομία. Είναι η αβεβαιότητα.
Η «περιπέτεια» ξεκίνησε πριν ακόμη βγω από την Αθήνα. Η εφαρμογή (πολύ) γνωστού παρόχου δεν λειτουργούσε και η φόρτιση δεν μπορούσε να ξεκινήσει. Ακολούθησε η αναμενόμενη επικοινωνία με την τηλεφωνική υποστήριξη, αρκετά λεπτά αναμονής και τελικά αναζήτηση άλλου φορτιστή. Το πρόβλημα λύθηκε, αλλά η πρώτη καθυστέρηση είχε ήδη έρθει πριν καν ξεκινήσει το ταξίδι.
Λίγες ώρες αργότερα, σε επαρχιακή πόλη, το σκηνικό επαναλήφθηκε. Φορτιστές που εμφανίζονταν διαθέσιμοι αποδείχθηκαν εκτός λειτουργίας, άλλοι δεν επικοινωνούσαν με το λογισμικό τους και άλλοι απαιτούσαν διαφορετικές διαδικασίες ενεργοποίησης. Κάπως έτσι, η φόρτιση μετατράπηκε από μια απλή στάση σε μια διαδικασία αναζήτησης λύσεων.
Αλαλούμ
Ασφαλώς, το ζήτημα δεν αφορά έναν συγκεκριμένο πάροχο. Ούτε έναν συγκεκριμένο φορτιστή. Αφορά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο έχει διαμορφωθεί το οικοσύστημα φόρτισης στην Ελλάδα.
Κάθε εταιρεία λειτουργεί με διαφορετική φιλοσοφία. Διαφορετικές εφαρμογές, διαφορετικοί τρόποι πληρωμής, διαφορετικές πολιτικές χρέωσης και διαφορετικές διαδικασίες ενεργοποίησης. Σε έναν φορτιστή αρκεί μια τραπεζική κάρτα. Σε άλλον απαιτείται εφαρμογή. Σε έναν τρίτο πρέπει προηγουμένως να μεταφέρεις χρήματα σε ψηφιακό πορτοφόλι. Άλλοι δεσμεύουν ποσά και τα επιστρέφουν αρκετές ημέρες αργότερα, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιείται χρεωστική κάρτα. Υπάρχουν μάλιστα περιπτώσεις όπου η φόρτιση ως «επισκέπτης» προβλέπεται θεωρητικά, αλλά στην πράξη ο χρήστης οδηγείται ξανά στη διαδικασία δημιουργίας λογαριασμού.
Το μέλλον της ηλεκτροκίνησης δεν θα βασισθεί στο πόσα ηλεκτρικά αυτοκίνητα πουλήθηκαν ούτε από το πόσοι φορτιστές εγκαταστάθηκαν. Αλλά από το εάν ο οδηγός αισθάνεται σίγουρος με την αξιοπιστία λειτουργίας των υποδομών όταν τις χρειαστεί.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ο οδηγός καλείται να προσαρμόζεται συνεχώς σε ένα περιβάλλον που θα έπρεπε να είναι όσο το δυνατόν πιο απλό και φιλικό.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο εμφανές αν συγκρίνει κανείς τη φόρτιση με οποιαδήποτε άλλη καθημερινή συναλλαγή. Σήμερα μπορείς να πληρώσεις έναν καφέ, ένα εισιτήριο ή τα διόδια με μια απλή ανέπαφη συναλλαγή μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Στη δημόσια φόρτιση, αντίθετα, ο οδηγός συχνά καλείται να διαχειριστεί εφαρμογές, λογαριασμούς, ψηφιακά πορτοφόλια, προεγκρίσεις συναλλαγών και διαφορετικές διαδικασίες ανάλογα με τον πάροχο.
AFIR
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη αναγνωρίσει το πρόβλημα και μέσω του κανονισμού AFIR προωθεί τη δυνατότητα άμεσης πληρωμής χωρίς υποχρεωτική συνδρομή ή χρήση εφαρμογής.
Η λογική είναι απλή: ο οδηγός θα πρέπει να μπορεί να φτάνει σε έναν φορτιστή, να πληρώνει με την τραπεζική του κάρτα και να φορτίζει, χωρίς να χρειάζεται να δημιουργήσει λογαριασμό ή να εξοικειωθεί με τις ιδιαιτερότητες κάθε παρόχου. Πρόκειται για μια προσέγγιση που σε αρκετές χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης θεωρείται πλέον αυτονόητη, όχι όμως πάντα και στην ελληνική πραγματικότητα. Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση.
Για την ανάπτυξη των δημόσιων υποδομών φόρτισης έχουν διατεθεί σημαντικοί ευρωπαϊκοί και εθνικοί πόροι. Έχουν δοθεί επιδοτήσεις, έχουν ανακοινωθεί επενδύσεις και έχουν εγκατασταθεί χιλιάδες σημεία φόρτισης σε ολόκληρη τη χώρα.
Το ερώτημα είναι αν κάποιος αξιολογεί τι συμβαίνει μετά την εγκατάστασή τους.
Η πραγματική χρησιμότητα και αξία ενός φορτιστή δεν μετριέται την ημέρα που τοποθετείται, ούτε την ημέρα που εγκαινιάζεται, αλλά κάθε φορά που ένας οδηγός τον χρειάζεται. Ποιος ελέγχει ότι ένας φορτιστής που τοποθετήθηκε με τη στήριξη δημόσιων πόρων λειτουργεί κανονικά όταν τον χρειάζεται ο πολίτης; Ποιος παρακολουθεί τους χρόνους αποκατάστασης όταν ένας φορτιστής βγει εκτός λειτουργίας; Ποιος αξιολογεί την ποιότητα της υπηρεσίας που τελικά λαμβάνει ο χρήστης;
Το ίδιο ερώτημα αφορά και πολλούς δημοτικούς φορτιστές, οι οποίοι συχνά εμφανίζονται ως διαθέσιμες επιλογές αλλά στην πράξη παραμένουν ανενεργοί ή προβληματικοί για μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Αντικειμενικά, ο πολίτης δεν ενδιαφέρεται για τον αριθμό των φορτιστών που εμφανίζονται σε έναν χάρτη ή σε μια παρουσίαση, αλλά η ουσία. Πόσοι λειτουργούν όταν τους χρειάζεται. Ούτε πόσες εφαρμογές έχουν αναπτυχθεί. Αλλά να μπορεί να ολοκληρώσει μια φόρτιση χωρίς να αφιερώσει μισή ώρα σε τηλεφωνικές επικοινωνίες και διαδικαστικά εμπόδια.
Ellada 2.0
Υπάρχει όμως και μια ακόμη σημαντική διάσταση. Η Ελλάδα είναι μια από τις σημαντικότερες τουριστικές χώρες της Ευρώπης. Κάθε χρόνο υποδέχεται εκατομμύρια επισκέπτες, πολλοί από τους οποίους ταξιδεύουν με ηλεκτρικά αυτοκίνητα ή επιλέγουν να νοικιάσουν ένα κατά τη διάρκεια των διακοπών τους.
Για έναν οδηγό από τη Σκανδιναβία, τη Γερμανία ή την Ολλανδία, η δυνατότητα να φτάσει σε έναν φορτιστή, να πληρώσει εύκολα και να συνεχίσει το ταξίδι του θεωρείται πλέον αυτονόητη. Όταν η διαδικασία μετατρέπεται σε άσκηση υπομονής, δεν πλήττεται μόνο η εικόνα της ηλεκτροκίνησης, αλλά και η εικόνα της ίδιας της χώρας.
Η ηλεκτροκίνηση δεν απειλείται σήμερα από την τεχνολογία της. Τα αυτοκίνητα γίνονται συνεχώς καλύτερα, οι μπαταρίες αποδοτικότερες και οι χρόνοι φόρτισης μικρότεροι. Αυτό που υπονομεύει την αποδοχή της είναι η καθημερινή εμπειρία του χρήστη.
Κάθε φορτιστής εκτός λειτουργίας, κάθε εφαρμογή που δημιουργεί προβλήματα και κάθε διαδικασία που μετατρέπει μια απλή φόρτιση σε δοκιμασία προσθέτει έναν ακόμη λόγο δισταγμού σε όσους σκέφτονται να κάνουν το επόμενο βήμα προς την ηλεκτροκίνηση.
Αν η Πολιτεία θέλει πραγματικά να επιταχύνει τη μετάβαση τη νέα τάση της αυτοκίνησης, οφείλει να ασχοληθεί λιγότερο με τον αριθμό των εγκατεστημένων φορτιστών και περισσότερο με την ποιότητα της εμπειρίας που προσφέρουν. Να επιβάλει ελάχιστα πρότυπα λειτουργίας, να ελέγχει τη διαθεσιμότητα των υποδομών, να διασφαλίσει μεγαλύτερη ομοιογένεια στις διαδικασίες χρήσης και να προστατεύσει τον πολίτη από μια κατάσταση όπου ο καθένας λειτουργεί με τους δικούς του κανόνες.
Ξεκάθαρα, το μέλλον της ηλεκτροκίνησης δεν θα βασισθεί στο πόσα ηλεκτρικά αυτοκίνητα πουλήθηκαν ούτε από το πόσοι φορτιστές εγκαταστάθηκαν. Αλλά από το εάν ο οδηγός αισθάνεται σίγουρος με την αξιοπιστία λειτουργίας των υποδομών όταν τις χρειαστεί.
Και σήμερα, δυστυχώς, η εμπειρία φόρτισης εξακολουθεί να απέχει αρκετά από αυτό που θα περίμενε κανείς από μια χώρα που θέλει να πρωταγωνιστήσει στη μετάβαση προς τη νέα εποχή της αυτοκίνησης.





ΔΗΜΟΦΙΛΗ
_77761_466209_type13129.jpg)
_77761_460181_type13129.jpg)



