Έρευνα: Γιατί οι νέοι δεν μπορούν πια να αγοράσουν καινούργιο αυτοκίνητο;


Στη Γαλλία, η μέση ηλικία των αγοραστών καινούργιων ΙΧ έχει φτάσει τα 55 χρόνια, ενώ οι τιμές αυξήθηκαν κατά 29% μέσα σε έξι χρόνια. Πώς η ακρίβεια απομακρύνει τις νεότερες γενιές από την αγορά αυτοκινήτου και γιατί οι κατασκευαστές καλούνται να επανεξετάσουν τη στρατηγική τους.

  • ΚΕΙΜΕΝΟ: CAR AND DRIVER TEAM, ΦΩΤ.: ΑΡΧΕΙΟ
  • 19/10/2026
Πρόσθεσε το caranddriver.gr ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Οι πρόσφατες διαδηλώσεις και τα επεισόδια στη Γαλλία έφεραν ξανά στο προσκήνιο την κοινωνική δυσαρέσκεια που προκαλούν η ακρίβεια και η υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης. Στις κινητοποιήσεις της 17ης Οκτωβρίου συμμετείχαν φοιτητές, εργαζόμενοι και άλλες κοινωνικές ομάδες, με διαφορετικές διεκδικήσεις αλλά κοινή ανησυχία για την επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης. Ιδιαίτερα για τους νέους, η σταθερή εργασία, η απόκτηση κατοικίας και η οικονομική ανεξαρτησία γίνονται ολοένα δυσκολότεροι στόχοι.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην ισπανική εφημερίδα El Pais, ο Γάλλος πολιτικός αναλυτής Jerome Fourquet, διευθυντής του τμήματος κοινής γνώμης του ινστιτούτου IFOP, αναφέρθηκε στο διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ των γενεών, παραθέτοντας ένα χαρακτηριστικό στοιχείο. Στη Γαλλία, η μέση ηλικία των αγοραστών καινούργιων αυτοκινήτων έχει φτάσει τα 55 χρόνια.

Η παρατήρησή του αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν εξετάσουμε πώς έχει αλλάξει η καταναλωτική αγορά. Μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας και των διαφημιστικών εκστρατειών απευθύνεται σε μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, που διαθέτουν υψηλότερη αγοραστική δύναμη. Αντίθετα, οι νεότερες γενιές δυσκολεύονται να αποκτήσουν αγαθά που για τους γονείς τους ήταν πολύ πιο προσιτά.

Η αυτοκινητοβιομηχανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το καινούργιο αυτοκίνητο, που για δεκαετίες συμβόλιζε την ανεξαρτησία και την οικονομική πρόοδο, γίνεται ολοένα δυσκολότερο να αποκτηθεί από έναν νέο εργαζόμενο. Και η αιτία δεν περιορίζεται στον πληθωρισμό.

Πόσο ακριβότερο έγινε το καινούργιο αυτοκίνητο

Σύμφωνα με το νεότερο βαρόμετρο του Institut Mobilites en Transition και της εταιρείας ερευνών C-Ways, που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2026, η μέση τιμή καταλόγου των καινούργιων επιβατικών αυτοκινήτων στη Γαλλία, σταθμισμένη με βάση τις πωλήσεις, αυξήθηκε από 26.900 ευρώ το 2019 σε 34.600 ευρώ το 2025. Τα ποσά δεν περιλαμβάνουν τις εμπορικές εκπτώσεις, τις κρατικές επιδοτήσεις και τις περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις.

Πρόκειται για αύξηση 7.700 ευρώ ή 29% μέσα σε έξι χρόνια, σημαντικά υψηλότερη από τον πληθωρισμό, που διαμορφώθηκε στο 19% την ίδια περίοδο. Ακόμη και η άνοδος του μέσου επιπέδου διαβίωσης στη Γαλλία, κατά 23%, υπολείπεται της αύξησης των τιμών των καινούργιων αυτοκινήτων.

Το 2025 καταγράφηκε μια μικρή αποκλιμάκωση, με τη μέση τιμή να υποχωρεί κατά 2% από τα 35.200 ευρώ του 2024. Ωστόσο, η μείωση αυτή δεν ήταν αρκετή για να αντισταθμίσει τη μεγάλη αύξηση των προηγούμενων ετών. Την ίδια περίοδο, οι ετήσιες πωλήσεις καινούργιων αυτοκινήτων στη Γαλλία μειώθηκαν από 2,2 εκατομμύρια το 2019 σε 1,6 εκατομμύρια το 2025, καταγράφοντας πτώση περίπου 26%.

Η αύξηση των τιμών συνδέεται με το κόστος παραγωγής, τις νέες τεχνολογίες, τον εξηλεκτρισμό και τις αυστηρότερες προδιαγραφές ασφάλειας και εκπομπών. Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν και έναν παράγοντα που συχνά περνά σε δεύτερη μοίρα, τις ίδιες τις εμπορικές πολιτικές των κατασκευαστών.

Η προηγούμενη μελέτη των δύο οργανισμών, για την περίοδο 2020-2024, είχε αποδώσει σημαντικό μέρος της αύξησης των τιμών στη στροφή προς ακριβότερα μοντέλα και εκδόσεις. Οι κατασκευαστές περιόρισαν την παρουσία τους στις οικονομικότερες κατηγορίες, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στα SUV, στον πλουσιότερο εξοπλισμό και στα αυτοκίνητα με υψηλότερο περιθώριο κέρδους.

Η τάση ενισχύθηκε κατά την περίοδο των προβλημάτων στην εφοδιαστική αλυσίδα, όταν η περιορισμένη παραγωγή ευνοούσε την πώληση ακριβότερων μοντέλων. Οι επιλογές αυτές επηρέασαν και τη σύνθεση του αγοραστικού κοινού.

Το καινούργιο αυτοκίνητο γίνεται προνόμιο των οικονομικά ισχυρότερων

Σύμφωνα με την έρευνα, το 2019 τα νοικοκυριά με τα χαμηλότερα εισοδήματα, που αποτελούν το 40% του γαλλικού πληθυσμού, πραγματοποιούσαν το 24% των αγορών καινούργιων αυτοκινήτων. Το 2025, το ποσοστό αυτό είχε περιοριστεί στο 15%.

Η αύξηση των τιμών έχει περιορίσει σημαντικά τη συμμετοχή των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων στην αγορά. Οι νεότεροι καταναλωτές δεν ανήκουν απαραίτητα σε αυτές τις κατηγορίες, αλλά συχνά αντιμετωπίζουν αντίστοιχες οικονομικές δυσκολίες, ιδιαίτερα όταν δεν διαθέτουν αποταμιεύσεις ή περιουσιακά στοιχεία.

Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αγοραστές έχουν συνήθως περισσότερες αποταμιεύσεις και μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια, ενώ αρκετοί έχουν ήδη εξοφλήσει το στεγαστικό τους δάνειο ή διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία. Έτσι, μπορούν ευκολότερα να διαθέσουν ένα σημαντικό ποσό για την αγορά καινούργιου αυτοκινήτου.

Οι νέοι εξακολουθούν να θέλουν αυτοκίνητο

Επικρατεί η αντίληψη ότι οι νεότερες γενιές έχουν χάσει το ενδιαφέρον τους για το αυτοκίνητο, λόγω της μεγαλύτερης περιβαλλοντικής ευαισθησίας, της χρήσης των μέσων μαζικής μεταφοράς και της προτίμησης σε εναλλακτικούς τρόπους μετακίνησης.

Η διεθνής έρευνα Observatoire Cetelem de l'Automobile (2025), με 16.000 συμμετέχοντες σε 14 χώρες, εξέτασε τη σχέση των νέων κάτω των 30 ετών με το αυτοκίνητο και κατέγραψε ενδιαφέροντα ευρήματα.

Μεταξύ των νέων ηλικίας 18 έως 29 ετών που διαθέτουν άδεια οδήγησης αλλά δεν έχουν αυτοκίνητο, το 59% δηλώνει ότι ο βασικός λόγος είναι το υψηλό κόστος. Το 27% θεωρεί ότι δεν χρειάζεται αυτοκίνητο, ενώ μόλις το 4% επικαλείται την περιβαλλοντική επιβάρυνση και άλλο ένα 4% την έλλειψη ενδιαφέροντος για την οδήγηση.

Η οικονομική αδυναμία φαίνεται επομένως να έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από την αλλαγή των καταναλωτικών προτιμήσεων. Άλλωστε, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, περίπου επτά στους δέκα νέους δηλώνουν ότι απολαμβάνουν την οδήγηση, ενώ ένας στους δύο δυσκολεύεται να φανταστεί τη ζωή του χωρίς αυτοκίνητο.

Αυτό, βέβαια, δεν αναιρεί ότι για αρκετούς νέους, ιδιαίτερα όσους ζουν σε μεγάλα αστικά κέντρα, η κατοχή αυτοκινήτου δεν αποτελεί προτεραιότητα.

Στις ευρωπαϊκές χώρες που περιλαμβάνονται στην έρευνα, το μέσο ετήσιο ακαθάριστο εισόδημα των νέων κάτω των 30 ετών διαμορφώνεται στα 26.528 ευρώ, έναντι 43.647 ευρώ για το σύνολο του πληθυσμού. Η διαφορά πλησιάζει το 40%, γεγονός που καθιστά την αγορά καινούργιου αυτοκινήτου πολύ μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση για έναν νέο εργαζόμενο.

Η στροφή στα μεταχειρισμένα

Όταν το καινούργιο αυτοκίνητο γίνεται δυσπρόσιτο, η αγορά μεταχειρισμένων αποτελεί την προφανή εναλλακτική. Στη Γαλλία, τα μεταχειρισμένα αντιπροσώπευαν το 77% των αγορών επιβατικών αυτοκινήτων το 2025. Παράλληλα, οι πωλήσεις αυτοκινήτων ηλικίας άνω των 15 ετών αυξήθηκαν κατά 10,3%, ενώ εκείνες των οχημάτων κάτω των πέντε ετών υποχώρησαν κατά 6,4%.

Τα στοιχεία αυτά δεν αφορούν αποκλειστικά τους νέους, αλλά δείχνουν ότι σημαντικό μέρος της ζήτησης στρέφεται προς παλαιότερα και κατά κανόνα οικονομικότερα αυτοκίνητα.

Η εξέλιξη δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες στην προσπάθεια ανανέωσης του ευρωπαϊκού στόλου. Όσο περισσότερο οι καταναλωτές αναβάλλουν την αγορά καινούργιου αυτοκινήτου, τόσο καθυστερεί η αντικατάσταση των παλαιότερων οχημάτων με νεότερα, ασφαλέστερα και αποδοτικότερα.

Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει την ταχύτερη διάδοση των ηλεκτρικών αυτοκινήτων και τη μείωση των εκπομπών. Οι υψηλές τιμές, ωστόσο, δυσκολεύουν την πρόσβαση στις νεότερες τεχνολογίες, ιδιαίτερα για τους καταναλωτές με χαμηλότερα εισοδήματα.

Leasing και συνδρομές ως εναλλακτικές στην αγορά αυτοκινήτου

Οι κατασκευαστές και οι εταιρείες χρηματοδότησης αναζητούν τρόπους να περιορίσουν το αρχικό κόστος απόκτησης ή χρήσης ενός αυτοκινήτου.

Η μακροχρόνια μίσθωση, τα προγράμματα χρηματοδότησης με εγγυημένη αξία επαναγοράς και οι συνδρομητικές υπηρεσίες επιτρέπουν στον καταναλωτή να χρησιμοποιεί ένα αυτοκίνητο χωρίς να καταβάλει εξαρχής ολόκληρο το τίμημα.

Πρόκειται για λύσεις που μπορούν να προσφέρουν μεγαλύτερη ευελιξία, αλλά δεν είναι απαραίτητα οικονομικότερες. Η μηνιαία δόση, η προκαταβολή, η διάρκεια της σύμβασης, οι περιορισμοί χιλιομέτρων και οι πιθανές πρόσθετες χρεώσεις καθορίζουν το πραγματικό κόστος.

Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις και οι υπηρεσίες διαμοιρασμού αυτοκινήτων (car sharing) καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες. Μπορούν να συμφέρουν για περιστασιακή χρήση, αλλά δύσκολα αποτελούν οικονομικότερη λύση από την ιδιοκτησία όταν οι καθημερινές μετακινήσεις είναι πολλές.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γαλλικό πρόγραμμα κοινωνικού leasing ηλεκτρικών αυτοκινήτων, που ξεκίνησε το 2024 και απευθύνθηκε σε νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα. Η πρώτη εφαρμογή του συγκέντρωσε περίπου 50.000 παραγγελίες μέσα σε λίγες εβδομάδες, ξεπερνώντας τις αρχικές προσδοκίες.

Η ανταπόκριση δείχνει ότι, όταν το κόστος γίνεται πιο προσιτό, περισσότεροι καταναλωτές μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε ένα καινούργιο αυτοκίνητο. Η επιδοτούμενη μίσθωση, πάντως, δεν αποτελεί απαραίτητα λύση για όλους, καθώς απαιτεί δημόσια χρηματοδότηση και απευθύνεται σε συγκεκριμένες κατηγορίες δικαιούχων.

Πόσο κοστίζει σε έναν νέο Έλληνα η αγορά αυτοκινήτου;

Στην Ελλάδα, η απόκτηση καινούργιου αυτοκινήτου είναι ακόμη δυσκολότερη για πολλούς νέους, καθώς τα εισοδήματα παραμένουν χαμηλότερα από εκείνα αρκετών χωρών της Δυτικής Ευρώπης, ενώ οι δαπάνες στέγασης και διαβίωσης απορροφούν σημαντικό μέρος του μισθού.

Ας υποθέσουμε ότι ένας εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα, με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.100 ευρώ και 14 μισθούς τον χρόνο, θέλει να αγοράσει ένα καινούργιο αυτοκίνητο αξίας 20.000 ευρώ. Διαθέτει προκαταβολή 4.000 ευρώ και χρηματοδοτεί τα υπόλοιπα 16.000 ευρώ για πέντε χρόνια.

Το ετήσιο καθαρό εισόδημά του ανέρχεται σε 15.400 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε 1.283 ευρώ τον μήνα, εφόσον κατανεμηθεί σε 12 μήνες. Με ετήσιο ονομαστικό επιτόκιο 7%, η μηνιαία δόση του αυτοκινήτου διαμορφώνεται περίπου στα 317 ευρώ, απορροφώντας το 24,7% του μέσου μηνιαίου εισοδήματός του.

Στο ποσό αυτό δεν περιλαμβάνονται τα καύσιμα, η ασφάλιση, η συντήρηση, τα τέλη κυκλοφορίας και τα υπόλοιπα έξοδα χρήσης.

Αν υπολογίσουμε ενδεικτικά επιπλέον 130 ευρώ τον μήνα για αυτές τις δαπάνες, το συνολικό κόστος φτάνει τα 447 ευρώ, δηλαδή σχεδόν το 35% του μέσου μηνιαίου εισοδήματός του. Και αυτό χωρίς να συνυπολογίζονται τυχόν έξοδα χορήγησης του δανείου ή έκτακτες επισκευές.

Το παράδειγμα είναι υποθετικό και δεν αποτελεί στατιστικό μέσο όρο της ελληνικής αγοράς. Δείχνει, όμως, πόσο μεγάλη οικονομική δέσμευση συνεπάγεται η αγορά ενός καινούργιου αυτοκινήτου, ακόμη και της μικρής κατηγορίας.

Για έναν νέο που πληρώνει ενοίκιο και καλύπτει μόνος του τις καθημερινές του ανάγκες, μια τέτοια αγορά μπορεί να είναι πρακτικά αδύνατη.

Η αυτοκινητοβιομηχανία κινδυνεύει να χάσει μια ολόκληρη γενιά αγοραστών

Η αλλαγή στην ηλικιακή και οικονομική σύνθεση των αγοραστών δημιουργεί σημαντικές προκλήσεις για τους κατασκευαστές.

Για δεκαετίες, η αγορά του πρώτου αυτοκινήτου αποτελούσε συχνά την αρχή μιας μακροχρόνιας σχέσης ανάμεσα στον οδηγό και τη μάρκα. Ένας νέος μπορούσε να ξεκινήσει από ένα μικρό μοντέλο, να αποκτήσει αργότερα ένα μεγαλύτερο οικογενειακό αυτοκίνητο και ενδεχομένως να παραμείνει πελάτης του ίδιου κατασκευαστή για πολλά χρόνια.

Σήμερα, αυτή η πορεία δεν είναι πλέον αυτονόητη. Οι κατασκευαστές μπορούν να εξασφαλίζουν μεγαλύτερο κέρδος από κάθε πώληση απευθυνόμενοι σε οικονομικά ισχυρότερους καταναλωτές. Μακροπρόθεσμα, όμως, κινδυνεύουν να χάσουν την ευκαιρία να προσελκύσουν μια ολόκληρη γενιά υποψήφιων πελατών.

Η επιστροφή των μικρότερων και οικονομικότερων μοντέλων, η ανάπτυξη πιο προσιτών ηλεκτρικών αυτοκινήτων και η αυξανόμενη παρουσία νέων ανταγωνιστών, ιδιαίτερα από την Κίνα, δείχνουν ότι οι εταιρείες αρχίζουν να αναγνωρίζουν ξανά τη σημασία των οικονομικότερων κατηγοριών.

Η μείωση του κόστους αγοράς και χρήσης, ωστόσο, απαιτεί περισσότερα από ελκυστικές μηνιαίες δόσεις και μεγαλύτερες περιόδους χρηματοδότησης.

Εδώ εντοπίζεται και μια σημαντική αντίφαση στη στρατηγική των κατασκευαστών. Εξελίσσουν διαρκώς πιο προηγμένα, ασφαλή και τεχνολογικά σύνθετα αυτοκίνητα, την ώρα που ένα σημαντικό μέρος των νεότερων καταναλωτών δυσκολεύεται να τα αποκτήσει.

Η μέση ηλικία των 55 ετών που αναφέρει ο Jerome Fourquet για τους αγοραστές καινούργιων αυτοκινήτων στη Γαλλία αποτυπώνει αυτή την αλλαγή. Οι μεγαλύτεροι και οικονομικά ισχυρότεροι καταναλωτές «στοχοποιούνται» ολοένα και περισσότερο ως δυνητικοί αγοραστές, ενώ οι νέοι δυσκολεύονται να αγοράσουν ακόμη και ένα αυτοκίνητο της μικρής κατηγορίας.

Συνεπώς, οι αυτοκινητοβιομηχανίες θα πρέπει να βρουν τρόπους να προσφέρουν ξανά προσιτά αυτοκίνητα στις νεότερες γενιές, διατηρώντας παράλληλα τα υψηλά επίπεδα ασφάλειας και τεχνολογίας που απαιτεί η σύγχρονη αυτοκίνηση. Διαφορετικά, κινδυνεύουν να χάσουν μια ολόκληρη γενιά αγοραστών.