Η ιστορία του ελληνικού οδικού δικτύου: Φύλλα πορείας


Ξεφυλλίζουμε σήμερα κατ’ αποκλειστικότητα το κείμενο του Οδυσσέα Ελύτη «Στοιχεία από τις προσωπικές σημειώσεις Χρονολογίου του ποιητή» [28 Οκτωβρίου 1940 – Μάιος 1941], ώστε να δούμε πώς συμπληρωματικά και αποτελεσματικά λειτούργησαν τα συγκοινωνιακά δίκτυα κατά την επιστράτευση και στη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου, όπου οι ατραποί που διάνοιγαν τα μουλάρια και οι ημιονηγοί έπαιξαν ρόλο καθοριστικό για την εξέλιξη των επιχειρήσεων. 

  • ΚΕΙΜΕΝΟ: ΗΛΙΑΣ ΚΑΦΑΟΓΛΟΥ / ΦΩΤ.: ΑΡΧΕΙΟ

    © 2026 CAR AND DRIVER. Απαγορεύεται οποιαδήποτε αναπαραγωγή, αντιγραφή, αναδημοσίευση ή άλλη χρήση του περιεχομένου, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Η παράβαση διώκεται.
  • 29/8/2026
Πρόσθεσε το caranddriver.gr ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Κάποιες από αυτές τις ατραπούς, χαραγμένες κυριολεκτικά οπλή την οπλή, αποτέλεσαν τη βάση για τη διάνοιξη οδών σε μέρη δύσβατα μετά τον πόλεμο, κατά την Ανασυγκρότηση και ύστερα.

Στις 28 Οκτωβρίου 1940 ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Οδυσσέας Αλεπουδέλης (Οδυσσέας Ελύτης), κλάσεως 1932, επιστρατεύεται και παρουσιάζεται στο Α’ Κέντρο Επιστρατεύσεως του Α’ Σώματος Στρατού (Α’ ΣΣ) υπό τη διοίκηση του Αντιστράτηγου Παναγιώτη Δεμέστιχα: «Α’ Στρατολογικόν Γραφείον Αθηνών. Βεβαίωσις. Ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Αλεπουδέλης Οδυσσεύς κατετάγη την 28ην Οκτωβρίου εις το Στρατηγείον Α' Σώματος Στρατού […] Εν Αθήναις τη 4η Απριλίου 1941»«Η ώρα τρεις της νύχτας/ λάλησε μακριά πάνω απ’ τα παραπήγματα [έδρα του Συντάγματος Αθηνών, στη λεωφόρο Κηφισίας, στον ευρύτερο σήμερα χώρο του αγάλματος Βενιζέλου, του ΝΙΜΙΤΣ, του Ναυτικού Νοσοκομείου, του ΕΑΤ-ΕΣΑ] ο πρώτος πετεινός». «Λίγοι ξέρουνε ότι το κύριο βάρος του πολέμου το σήκωσαν οι ανθυπολοχαγοί», επισημαίνει ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Αλεπουδέλης. «Και συμβολικά αυτό θέλησα να δείξω ηρωοποιώντας ένα ανθυπολοχαγό, με το Άσμα που έγραψα. Από το άλλο μέρος, έγινε αιτία ο πόλεμος να συνειδητοποιήσω τι είναι ο αγώνας, ο ομαδικός πλέον και όχι ο προσωπικός. Θέλω να πω τι σημαίνει αν μάχεσαι και συ γι’ αυτά. Χωρίς την εμπειρία αυτή, πιστεύω δεν θα μου είχε ανοιχτεί ο δρόμος για το Άξιον Εστί»

Ομολογεί αργότερα ο ποιητής του Ανθυπολοχαγού –εκεί όπου εισβάλλει το δραματικότερο, ασφαλώς, πρόβλημα του ανθρώπου και της ποίησης, ο θάνατος, ο βίαιος θάνατος– την παράξενη αντίδρασή του στον κίνδυνο, το ρόλο της καλλιτεχνικής δημιουργίας σε ώρες έσχατης «αθλιότητας των μισερών ανθρώπινων έργων»: «Ζητούσα μια παρηγοριά πέραν από τα όπλα ή την ατομική τύχη του καθενός μας. Και την έβρισκα σε μια δύναμη άλλη, που ξέρει να γίνεται φως μέσα στο σκοτάδι, συνείδηση μέσα στον παραλογισμό, διάρκεια μέσα στην αθλιότητα των μισερών ανθρώπινων έργων. Πρόκειται για ένα αίσθημα εμπιστοσύνης που σου γεννά για τη ζωή η δυνατότητα της Τέχνης να την αναπλάθει σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, να σε πείθει ότι όλα είναι, από ένα σημείο και πέρα, εφικτά».

Λόγου χάριν, «Δεν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου // […] Δεν ξέρω πια τα ονόματα ενός κόσμου που μ’ αρνιέται // […] Τη νύχτα που είναι μόνο νύχτα δεν την ξέρω πια», γράφει ο Ελύτης στη σύνθεσή του Ήλιος ο πρώτος, η οποία γονιμοποιείται στο μέτωπο το 1941, πριν αποδεχτεί τον πόλεμο ως θέμα τέχνης στον Ανθυπολοχαγό –που σχεδιάζεται από τον Ιούλιο του 1942, για να δημοσιευθεί το φθινόπωρο του 1945- αυτόν τον οποίο ανυψώνει στο Πάνθεον των Ηρώων, αλλά παραμένει ανώνυμος, σε ρήξη με την παραδοσιακή μορφή της εθνικής αφήγησης της Ιστορίας, την «”κατεψυγμένη” αλήθεια» – τη νύχτα δεν την ακολουθεί η μέρα, μένει «φοβερή ανωνυμία θανάτου», τη νύχτα έχουν προετοιμάσει όλοι όσοι δημιουργούν «ονόματα ενός κόσμου που μ’ αρνιέται».

Οι καιροί, έχει επισημάνει η Τζίνα Πολίτη, «καλούν τον ποιητή ν’ αναλάβει ως μάρτυς το χρέος συγκρότησης μιας ιστορικής αφήγησης που θα επουλώσει το νέο βαθύ τραύμα του συλλογικού σώματος, και θα μείνει κληρονομιά» στις επόμενες γενιές. «”Βλέπεις” είπε “είναι οι Άλλοι / και δε γίνεται Αυτοί χωρίς Εσένα/ και δεν γίνεται μ’ Αυτούς χωρίς, Εσύ”», διαβάζουμε στο Άξιον Εστί – σαφής αναφορά και εγκώμιο στους «συντρόφους», ουσιαστικό με ξεχωριστή πολιτική φόρτιση στον Ελύτη τον Σεπτέμβριο του 1945, οπότε δημοσιεύει τον Ανθυπολοχαγό: «Και στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων// […] “Σύντροφοι, σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει”, αναφορά και στους συντρόφους του ανθυπολοχαγούς».

Η ταλαιπωρία  ανδρών και μουλαριών, συχνά του μοναδικού μέσου μεταφοράς εφοδίων και εξοπλισμού ήταν πολύ μεγάλη, τόσο για τους Έλληνες, όσο και για τους Ιταλούς,  κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο. Τα μουλάρια, πιστοί συμπαραστάτες στην πολεμική προσπάθεια, κυριολεκτικά άνοιγαν δρόμους: «Με τούτο νικήθηκε μία αυτοκρατορία», έγραψε εύστοχα ο Άγγελος Τερζάκης.
Η ταλαιπωρία ανδρών και μουλαριών, συχνά του μοναδικού μέσου μεταφοράς εφοδίων και εξοπλισμού ήταν πολύ μεγάλη, τόσο για τους Έλληνες, όσο και για τους Ιταλούς, κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο. Τα μουλάρια, πιστοί συμπαραστάτες στην πολεμική προσπάθεια, κυριολεκτικά άνοιγαν δρόμους: «Με τούτο νικήθηκε μία αυτοκρατορία», έγραψε εύστοχα ο Άγγελος Τερζάκης.

Στην Κέρκυρα

 Κάποιους από αυτούς είχε συναντήσει ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης στη Σχολή Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών στην Κέρκυρα. «Αρχές του 1937 η τύχη το έφερε να σκορπίσουμε. Ο Κατσίμπαλης στο Παρίσι, ο Σεφέρης στην Κορυτσά, εγώ στην Κέρκυρα, μαθητής στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών, απομονωμένος επάνω στο Φρούριο», θυμάται και γράφει ο ποιητής στο «Χρονικό μιας Δεκαετίας» – ο Ελύτης εκπαιδεύτηκε στη Σχολή από τις 8 Ιανουαρίου έως τις 9 Σεπτεμβρίου 1937, οπότε, «καμένος από τον ήλιο και με χρυσές επωμίδες», επέστρεψε στην Αθήνα, χάρη στη βοήθεια και μεσολάβηση της Ελένης Βλάχου, και τοποθετήθηκε ως ανθυπασπιστής στον 6ο Λόχο του ΙΙ Τάγματος στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού, το οποίο έδρευε στο Πικέρμι. Προς επιβεβαίωση των ημερομηνιών πολύτιμος, αποδεικνύεται, αρωγός μας η κερκυραϊκή εφημερίδα Δύναμις: στις 17 Ιανουαρίου 1937, ο αναγνώστης τότε και εμείς σήμερα, πληροφορούμαστε ότι «από 8-10 τρέχοντος μηνός εγένετο η κατάταξις των μαθητών κληρωτών Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών Πεζ. Κερκύρας […] Ο στρατωνισμός, ο ιματισμός και η εν γένει διατροφή μετά των σκευών, είναι απαράμιλλα της Σχολής Ευελπίδων» , ενώ το φύλλο της 12ης Σεπτεμβρίου μάς πληροφορεί πως «την 9ην και 10ην τρέχοντος μηνός, ανεχώρησαν οι μαθηταί Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών Κερκύρας διά τας έδρας των Σωμάτων εις ας ετοποθετήθησαν διά την πρακτικήν υπηρεσίαν των ως δοκίμων αξιωματικών».

 Οκτώ μήνες στην Κέρκυρα δεν παρέλειψε, σε κάθε σχεδόν ευκαιρία, σε κάθε κυριακάτικη έξοδο, να επισκέπτεται το νησί, με ξεναγό, συχνά πυκνά επί τροχών, τον δημοσιογράφο Κώστα Δαφνή, αδελφό του Γρηγόρη, αλλά και τον Ευάγγελο Λουίζο, ο οποίος υπηρέτησε στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο ως διοικητής λόχου πολυβόλων, και τον Ανδρέα Εμπειρίκο –με τον οποίο ο Ελύτης, θυμίζω, συνδέεται με δεσμούς ισχυρότατους, τότε ο Εμπειρίκος είχε επισκεφθεί το νησί–, και τον Λώρενς Ντάρελ, επί τροχών αυτός με μια παλιά Dodge, ένα ταξί που οδηγούσε ο υπηρέτης των Ντάρελ, Σπύρος Χαλικιόπουλος. Επί τροχών, αλλά και διά θαλάσσης βρίσκεται εποχούμενος ο Ελύτης στην Κέρκυρα, πράγματι, «ήδη ανέμου βοηθούντος και κώδωνος ηχούντος, τραβώ στον ανήφορο της Αδριατικής και φτάνω εύκολα στων Αγίων Σαράντα το ύψος» , όπως ο ίδιος μας εξομολογείται στο «Επιστροφή στην παρ’ ολίγον Ελλάδα»

«Πολλές φορές μ’ έπιανε απελπισία», ομολογεί αργότερα ο Ελύτης σε σχέση με τις εμπειρίες του στη Σχολή, «όχι τόσο για τις ατέλειωτες, εξαντλητικές πορείες, τις ζεύξεις των μουλαριών, τις λιπάνσεις των όπλων, όσο για την αδυναμία να μείνω μονάχος μου έστω κι ένα λεπτό, να σκεφτώ τα δικά μου προβλήματα, να θυμηθώ τα παλιά μου μεράκια», την ποίηση, τα βιβλία, πάντοτε το σαράκι της γραφής να τον κατατρώει – στην Κέρκυρα, ο συγγραφέας Φίλιππος Φιλίππου, υποψιάζεται ότι ο Ελύτης άρχισε να γράφει το δοκίμιό του «Federico Garcia Lorca»…

Το Α' Σώμα Στρατού

 Το Α' ΣΣ, για να επανέλθουμε σε αυτό και στην Ελλάδα την 28η Οκτωβρίου 1940, αποτελείτο από τις παρακάτω μονάδες: τη ΙΙ Μεραρχία Αθηνών, την ΙΙΙη Μεραρχία Πατρών (που ολοκλήρωσε την επιστράτευσή της και υπήχθη στο Σώμα στις 17/11/1940) και την ΙV Μεραρχία Ναυπλίου (που υπήχθη στο Σώμα στις 4/12/1940). Αργότερα (12/11/1940) συμπεριέλαβε και την VIII Μεραρχία.

Επίσης, το εν λόγω Σώμα διέθετε το Α’ Σύνταγμα Πεδινού Πυροβολικού, την Ε' Μοίρα Πεδινού Πυροβολικού, το Α' Σύνταγμα Βαρέως Πυροβολικού, τη Μοίρα Οβιδοβόλων Σκόντα των 150 χιλ., 4 Λόχους Αντιαεροπορικών (Α/Α) πολυβόλων, το 1ο Σύνταγμα Α/Α Πυροβολικού, τη 15η Μοίρα Α/Α Πυροβολικού, μία Πυροβολαρχία Αντιαρματικού (Α/Τ) Πυροβολικού Δαγκλή των 75 χιλ., την Α' έφιππη Ομάδα Αναγνωρίσεως, το Α' Τάγμα Μηχανικού, τους Α1 και Α2 Λόχους Διαβιβάσεων, 2 Λόχους Ασφαλείας Συγκοινωνιών, την Α’ Μικτή Μοίρα Αυτοκινήτων (αποτελούμενη από 2 Λόχους 94 ελαφρών φορτηγών και 1 Λόχο 42 Υγειονομικών οχημάτων, με πιθανούς τύπους Hansa-Lloyd των 2 τόνων, ορισμένα εκ των οποίων ήταν διασκευασμένα ως υγειονομικά και Fiat 618 των 1 και 1/4 τόνου διασκευασμένα ως υγειονομικά) και τον 1ο Όρχο Αυτοκινήτων1

 Σύμφωνα με τη Στρατηγική Διάταξη του Σχεδίου Εκστρατείας ΙΒα [«Μεταβλητή ΙΒα»], το Α’ ΣΣ αποτελούσε γενική εφεδρεία, στην περιοχή Καλαμπάκας, στη διάθεση του Αρχιστρατήγου2

 Ο Ελύτης «ήταν ο πρώτος, μαζί μ’ έναν συνταγματάρχη, που άνοιξαν τον φάκελο με τη διαταγή της επιστράτευσης», καταθέτει ο Κίμων Φράιερ –«αξίζει να είναι κανείς Έλληνας τις μέρες αυτές», σημειώνει στο ημερολόγιό του ο Γ. Θεοτοκάς. Στο μέτωπο, στην πρώτη ή στη δεύτερη γραμμή, βρέθηκαν, εκτός από τον Ελύτη, ο ζωγράφος Γ. Τσαρούχης, ο Α. Τερζάκης, ο Στ. Ξεφλούδας, ως έφεδρος ανθυπολοχαγός, ο Γ. Σαραντάρης, ο Ν. Καββαδίας, ο Ν. Εγγονόπουλος, ο Γ. Μπεράτης, ο Λ. Ακρίτας, ο Ν. Βρεττάκος, Α. Κοββάτζης, ο Α. Καραντώνης, οι νεότεροι Α. Βλάχος, Τ. Σινόπουλος, Α. Δικταίος, ο Λευτέρης Ιερόπαις, αλλά και ο Βασίλης Τσιτσάνης ως ασυρματιστής -«Εδώ οι χακί στολές κι αντίκρα οι πράσινες,/ στο δάσος κάποιο ελάτι που καιγόταν…/Θολό το φεγγαρίσιο φως… και υπόκωφο/ το σκάψιμο απ’ το λάκκο π’ ανοιγόταν // […] Κι αυτοί με τα σπασμένα πόδια σέρνονταν, / με τα σπασμένα χέρια περπατούσαν/ κι οι λαβωμένοι στην κοιλιά. Νερό! Νερό! / Ρούφαγαν μια γουλιά και ξεψυχούσαν», διαβάζουμε στο «Πολεμικό τοπίο» του Ιερόπαιδος.

Προφανώς, από όσα σήμερα ξέρουμε, δεν πρόκειται για τους «βολεμένους», αυτούς που ο μετέπειτα λαογράφος Δημήτρης Λουκάτος συνάντησε στα «Έμπεδα» Αθηνών στις 25 Νοεμβρίου 1940: «Ένα σωρό φαντάροι έχουν “βολευτή” εκεί μέσα. Μ’ ένα μπιλιετάκι, μ' έναν γνωστό, από δω και από κει, τα κατάφεραν. Τώρα είναι ήσυχοι. Είναι όλοι τους από αριστοκρατικές αθηναϊκές οικογένειες, και πολλοί έρχονται στο Γραφείο τους με ιδιόκτητη κούρσα. Τους ξεχωρίζεις από τα καλοχτενισμένα μαλλιά, τα μεταξωτά πουκάμισα, τα καλοβαλμένα φανταρίστικα, και το ρολόι του χεριού. Τους ξεχωρίζεις, ακόμα, από το ακατάδεχτο ύφος τους και την απροθυμία τους να σε εξυπηρετήσουν». Όλοι οι «σύντροφοι» του Ελύτη οιστρηλαντούνται, λογοτεχνικώ τω τρόπω, από το «έπος» – σε ό,τι αφορά στα ποιήματα ή στιχουργήματα, «κατά κανόνα πρόκειται για ποιήματα γνήσιας συναισθηματικής θερμοκρασίας, αλλά πρόχειρης και ρητορικής κατασκευής», σημειώνει ο Δ.Ν. Μαρωνίτης3.

Η πορεία προς το μέτωπο

29 Οκτωβρίου 1940: Ο Ελύτης τοποθετείται στη Διλοχία Διοικήσεως του Στρατηγείου του Α’ ΣΣ στο Ψυχικό.

5-9[;] Νοεμβρίου 1940: Το Στρατηγείο του Α’ ΣΣ και οι οργανικές μονάδες του μετακινούνται στην περιοχή Καλαμπάκας και αναλαμβάνει τη διεύθυνση των επιχειρήσεων για την απόκρουση των Ιταλών. «Βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά/ Κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο. // Χειμώνας μπαίνει ως το μυαλό. Κάτι κακό/ Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου// Τα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού»4.

O Σωματάρχης και το επιτελείο του πρέπει να μετακινήθηκαν με τα επιβατικά και τα άλλα οχήματα της Διμοιρίας Αυτοκινήτων του Στρατηγείου. Η Διλοχία Διοικήσεως μετακινήθηκε είτε με τη χρήση των οργανικών μονάδων Α’ Μοίρα και 1ος Όρχος Αυτοκινήτων διά μέσου της αμαξιτής οδού Αθήνα-Λάρισα-Καλαμπάκα, ή με τη χρήση σιδηροδρομικών συρμών της γραμμής Αθήνα-Λάρισα-Καλαμπάκα. 

 Το πλέον πιθανόν είναι η μετακίνηση να έγινε με συνδυασμό των δύο παραπάνω μέσων, όπως, εξάλλου, με συνδυασμό των μεταφορικών μέσων διεξάγεται η προώθηση του Ελληνικού Στρατού προς το μέτωπο, παρά τις ανεπάρκειες του σιδηροδρομικού και οδικού δικτύου – λόγου χάριν, δεν είχε πραγματοποιηθεί η προέκταση του σιδηροδρομικού δικτύου έως την Άρτα, «αλλά και δρόμο της προκοπής δεν έχει. Είναι ένας δρόμος για αυτοκίνητα και κάρρα, όχι ασφαλτοστρωμένος αλλά ούτε και επισκευασμένος».

 Οι στρατιώτες, ύστερα από το Αγρίνιο, την Καλαμπάκα, τη Φλώρινα, όπου κυρίως με το τραίνο φτάνουν, πεζοπορούν για να φτάσουν στο μέτωπο – λίγοι αφικνούνται με αυτοκίνητο κι αυτοί, πάντως, όχι μέχρι την πρώτη γραμμή. Κάποιοι από τους επιστρατευμένους φαντάρους καλύπτουν ίσως και περισσότερα από 300 χιλιόμετρα πορείας για να φτάσουν στην πρώτη γραμμή, ύστερα από έναν μήνα – «σαπίσαμε περπατώντας», γράφει ο Δημήτριος Λουκάτος στις 4 Φεβρουαρίου1941. Έχει αναχωρήσει από την Αθήνα μόλις στις 31 Ιανουαρίου από τον σταθμό στο Ρουφ στις 21:.00 – «ένα μακρύ τραίνο, όλο κόκκινα φορτηγά βαγόνια μας περιμένει [… ] “άνδρες 18, ίπποι 4”»-, έφτασε στη Λάρισα στις 8:00 το επόμενο πρωί, στο Πλατύ στις 12 το μεσημέρι και στη Φλώρινα στις 4 το απόγευμα την Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 1941, είκοσι ώρες ταξίδι από το Πλατύ. Από τη Φλώρινα ο Λουκάτος και οι συμπολεμιστές του επιβιβάζονται σε 60-70 αυτοκίνητα, πρώην λεωφορεία, αυτό στο οποίο ο Λουκάτος επιβαίνει γράφει στο πλάι «Λεωνίδιον-Σπάρτη». Περνούν τον κάμπο της Κορυτσάς, ο δρόμος επισκευάζεται από συνεργεία Αλβανών και φτάνουν στην Κορυτσά, στην «Αθήνα του μετώπου». Από εκεί αρχίζει η τελική φάση της πεζή πορείας προς το μέτωπο. 

Ο Μιχαήλ Βλοντάκης, πάλι, για να σταθούμε σε άλλο έναν φαντάρο στην πορεία του για το μέτωπο, αναχωρεί στις 16 Νοεμβρίου 1940 από τις Μουρνιές και πάει πεζή στη Σούδα και από εκεί ακτοπλοϊκώς στη Θεσσαλονίκη. Πηγαίνει πεζή στη Ν. Μαγνησία και από εκεί σιδηροδρομικώς φτάνει στο Αμύνταιο στις 25 του μήνα. Ύστερα περπατά για τη Λακκιά, το Μυλοχώρι, την Κλεισούρα, όπου βρίσκεται στις 6 Δεκεμβρίου, και μετά στο Άργος Ορεστικόν στις 8 Δεκεμβρίου. Συνεχίζει να περπατά έως και 50 χλμ. την ημέρα, έως ότου λάβει το βάπτισμα του πυρός στην Κλεισούρα πάλι στις 27 Ιανουαρίου 1941. Πατάει επί τροχών σε δρόμο αμαξιτό στις 14 Μαρτίου, στο δρόμο για τα Ιωάννινα.

 Ο έφεδρος ανθυπίατρος Θεόδωρος Ηλέκτρης, τώρα, ξεκινά με το τραίνο από τη Θεσσαλονίκη για το Αμύνταιο την 1 Νοεμβρίου, από εκεί, μέχρι τις 5 Νοεμβρίου, κινείται έφιππος και πεζός μέχρι το χωριό Κούλα, ύστερα από πορείες 20 και 35 χλμ., και μετά φτάνει στο χωριό Ροδιά, ύστερα από άλλα 30 χλμ. πορεία, πριν φτάσει, ύστερα από 50 χλμ., στις 8 Νοεμβρίου στο Ντούτσικο και μετά, δύο μέρες αργότερα, στη Σαμαρίνα, πάντοτε πότε έφιππος και πότε πεζός, πριν ξεκινήσει, στις 30 Νοεμβρίου, να καταλάβει θέση στην πρώτη γραμμή.

 Ανυπομονούν, ωστόσο, οι φαντάροι να πολεμήσουν, όπως οι προσωπικές μαρτυρίες αποκαλύπτουν, παρότι εξουθενωμένοι από τις πορείες και τις καιρικές συνθήκες. Ο Ντίνος Μαγιοράκος, λόγου χάριν, στις 14 Νοεμβρίου, ακόμη καθ’ οδόν προς το μέτωπο, φοβάται μήπως δεν προφτάσει. Ο Πέτρος Θεοδωρακάκος, στις 20 Νοεμβρίου στη Θεσσαλία, αδημονεί να λάβει τη διαταγή της αναχώρησης. Ο Στέλιος Τζιρόπουλος από τις 14 Νοεμβρίου μέχρι τις 12 Δεκεμβρίου βαδίζει προς το μέτωπο, καλύπτοντας πεζή περισσότερα από 30 χλμ., ο Στέφανος Κολλίντζας παρουσιάζεται στο Ναύπλιο στις 7 Ιανουαρίου και μόλις στις 5 Φεβρουαρίου φτάνει σε σταθμό ανεφοδιασμού του στρατού στη Βόρειο Ήπειρο, στους Γεωργουτσάδες, για να προσεγγίσει μόλις στις 17 Φεβρουαρίου στη γραμμή του πυρός, ο Γεώργιος Κουτσοδόντης, αν και έχει επιστρατευτεί από τις 16 Σεπτεμβρίου 1940 σε οχυρωματικά έργα στη Βόρειο Ελλάδα, εμπλέκεται σε μάχη στα μέσα Νοεμβρίου.

Η μάχη στο Καλπάκι, για να σταθμεύσουμε στο πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου του 1940, έχει κιόλας κερδηθεί. Η Μεραρχία Τζούλια σταμάτησε στη Βωβούσα, έξι ώρες με τα πόδια από τα Ιωάννινα. «Μόνο στου Καλαμά το ρέμμα / Δέος ανεξήγητο περνά/ όπου και τη στερνή σταγόνα του Θεού εμπιστεύεται […] - Η μεραρχία Τζούλια […] – Οι θωρακισμένοι Κένταυροι», γράφει ο ποιητής μας το 1943 στο συνθετικό ποίημά του «Αλβανιάδα». Όσο για τον πόλεμο, εξάλλου, «είναι κάτι που άρχισε […], αλλά να μην αφήσουμε να νικήσει εμάς και το έργο μας», έλεγε ο Ελύτης ήδη στις 10 Φεβρουαρίου 1940 στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα, στο πλαίσιο συνέντευξής του στον Β.Λ. Καζαντζή, δύο μήνες ύστερα από την κυκλοφορία των Προσανατολισμών5.

Θλιβερή η εικόνα ενός μουλαριού που το έχει καταπιεί η λάσπη.  Ο στρατιώτης, αχώριστος σύντροφός του, ανήμπορος, παρακολουθεί λυπημένος.
Θλιβερή η εικόνα ενός μουλαριού που το έχει καταπιεί η λάσπη. Ο στρατιώτης, αχώριστος σύντροφός του, ανήμπορος, παρακολουθεί λυπημένος.

Η ελληνική αντεπίθεση

11-15 Νοεμβρίου 1940: Το Στρατηγείο του Α’ ΣΣ μετακινείται στο χωριό Βοτονόσι 5 χλμ. ανατολικά του Μετσόβου6.

 Στις 14 Νοεμβρίου αρχίζει η ελληνική (αντ)επίθεση. «Κάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα/ Κάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ/ Στο θάνατο – κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει. // […] Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!/ Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες ! / Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά…».

Πιθανή μετακίνηση της Διλοχίας Διοικήσεως με τα μέσα της Α’ Μικτής Μοίρας Αυτοκινήτων διά μέσω της αμαξιτής οδού Καλαμπάκα-Μέτσοβο.

Η ελληνική (αντ)επίθεση, που άρχισε στις 14 Νοεμβρίου, κορυφώθηκε με την κατάληψη της Κλεισούρας στις 10 Ιανουαρίου 1941, χάρη και στα ηθικά εφόδια του Έλληνα στρατιώτη, παρότι, μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου, το υψηλό φρόνημα του Ιταλού στρατιώτη είναι αναμφισβήτητο και οι πρώτες επιτυχίες – από τις 28 έως τις 31 Οκτωβρίου, οι ιταλικές φάλαγγες είχαν παραβιάσει σε όλο το μήκος τα ελληνοαλβανικά σύνορα από δυτικά ως τα βορειοανατολικά, σε ικανοποιητικό βάθος– εμπέδωσαν την ηθική θωράκισή του. 

Οι ελληνικές δυνάμεις κατέλαβαν την Ερσέκα και την Μπορόβα στις 21 Νοεμβρίου, το Λεσκοβίκι και την Κορυτσά, μία ημέρα αργότερα, τη Μοσχόπολη στις 24 του μηνός, το Πόγραδετς στις 30 Νοεμβρίου, την Πρεμετή στις 4 Δεκεμβρίου, το Φράσερι στις 5 και τους Αγίους Σαράντα στις 6 του ίδιου μήνα, για να ακολουθήσει, μία ημέρα ύστερα το Δέλβινο και στις 8 Δεκεμβρίου το Αργυρόκαστρο και η Δερβίτσανη. Τέλος, η Χιμάρα κατελήφθη στις 22 Δεκεμβρίου και η Κλεισούρα στις 10 Ιανουαρίου 1941. «Είχαμε από πολλού περάσει, ήδη, την παλιά μεθόριο: πίσω, μακρυά, στο Λεσκοβίκι είχαν ανάψει φωτιές. / Κι’ ο στρατός ανέβαινε μέσα στη νύχτα προς τη μάχη, π’ ακούγονταν κιόλα οι γνώριμοί της ήχοι./ Πλάι κατέρχουνταν, σκοτεινή Συνοδεία, ατέλειωτα λεωφορεία με τους πληγωμένους», γράφει ο Ν. Εγγονόπουλος στον Μπολιβάρ και σημειώνει: «Ζωντανές αναμνήσεις του ποιητού από τον πόλεμο του 1940-41».

Ο αμυνόμενος μεταμορφώνεται σε αμείλικτο διώκτη

Έως τις αρχές Μαρτίου 1941, οι αντίπαλοι μένουν, σαν από συναίνεση παρά τη θέλησή τους, σταθεροί στις θέσεις διαμορφώνοντας ανάμεσά τους ένα τείχος από βράχους και ανθρώπους και κινούνται με επιθέσεις και αντεπιθέσεις, καταλήψεις και ανακαταλήψεις υψωμάτων και στρατηγικών σημείων, με απώλειες κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητες.

Πράγματι, ο αμυνόμενος μεταμορφώθηκε σε αμείλικτο διώκτη, το είδαμε κιόλας. Αρκετοί παράγοντες συνέβαλλαν ώστε να υφανθεί ό,τι έχει χαρακτηριστεί ως «πυκνός ψυχικός ιστός» από τον Ζαχαρία Τσιπαρνλή. Συναριθμώ. Η αισιοδοξία του απλού Έλληνα στρατιώτη, «ενισχυμένη από την άγνοια την “μη φέρουσαν όκνον”», το γνωστό χαμόγελο του φαντάρου, η ικανοποιητική του εκπαίδευση. Έπειτα, η ανεκτά οργανωμένη επιστράτευση, οι επίλεκτοι υπαξιωματικοί και αξιωματικοί, από τον ομαδάρχη και τον διμοιρίτη, μέχρι τον διοικητή τάγματος και μεραρχίας -ο ρόλος των ανθυπολοχαγών υπήρξε συχνά καθοριστικός-, οι οποίοι προέβαιναν σε καίριες εκτιμήσεις και εκτελούσαν ταχύτατα εύστοχες αποφάσεις, ενώ δεν παρέλειπαν να παίρνουν πρωτοβουλίες έχοντας την εμπιστοσύνη των στρατιωτών τους. Επίσης, η αντοχή, η βιολογική υπεροχή ορεσίβιων ή αγροτικών πληθυσμών –Ρουμελιωτών, Θεσσαλών, Μακεδόνων, Ηπειρωτών–, της πλειοψηφίας, δηλαδή, των πεζικαρίων. Η αυταπάρνηση των αμάχων της συνοριακής ζώνης προφανώς εδώ δέον όπως συνυπολογιστεί, όπως και οι κλιματολογικές συνθήκες, ασφαλώς ισοβαρείς για τους δύο αντιπάλους, περισσότερο, πάντως, ανασταλτικές για τον επιτιθέμενο. Τέλος, «το έντονο αίσθημα δικαίου, που με δολιότητα και βάναυσα είχε πλήξει μία χονδροειδής ιταλική προπαγάνδα»

Ο «πυκνός ψυχικός ιστός», μάλιστα, υφάνθηκε, παρά τις σημαντικές ελλείψεις και δοκιμασίες του Έλληνα στρατιώτη – ελλείψεις σε οπλισμό και μεταφορικά μέσα, ελλιπής εφοδιασμός σε ρουχισμό και άρβυλα. Τα ημιάρβυλα των Ιταλών αλπινιστών, νεκρών ή αιχμαλώτων, ήταν λάφυρο πολύτιμο, το «Απόσπασμα Λιούμπα», το οποίο σε λίγο θα γνωρίσουμε καλύτερα, κλονίστηκε, καθώς οι ανυπόδητοι έφτασαν στο 80% της δύναμής του, ενώ, τουλάχιστον, κατά τις πρώτες επιχειρήσεις του πολέμου, πολλοί στρατιώτες «έφερον την ιδιωτικήν των υπόδησιν […], η οποία δεν προστατεύει επαρκώς από το κρύον, διαβρέχεται ευκόλως, και τότε, εις το τρομερόν κρύον, αποβαίνει πραγματικόν μαρτύριον, καταστρέφεται δε συντόμως, ώτε οι στρατιώται μετά ολίγον χρόνον μένουν ανυπόδητοι», ενώ οι βρετανικές αρβύλες ήταν κατασκευασμένες από χοιρινό δέρμα και το νερό τις διαπερνούσε . Επιπλέον και συγχρόνως, προβληματική ήταν η Επιμελητεία, πείνα ανθρώπων και ζώων –μουλάρια έτρωγαν το γέμισμα των σαμαριών και το ένα την ουρά του άλλου–, η έλλειψη τσιγάρων βασανιστική –στις 22 Ιανουαρίου 1941 ο ανθυπίατρος Ηλέκτρης, επιστρατευμένος από την 1η Νοεμβρίου 1940, κάπνισε το 12ο τσιγάρο–, αδυσώπητη η βροχή, το χιόνι – στο ατέλειωτο λευκό το μάτι γίνεται σιγά-σιγά πρόσφορο σε παραισθήσεις»–, η λάσπη, το κρύο, η απλυσιά, οι ψείρες – «”Στούκας” είναι αυτές που καθώς σε τσιμπούν, σηκώνουν την ουρίτσα τους, “Αλμπανέζ”, μεγάλες μαύρες, ντόπιο πράμα, “Ελέφαντες”, μεγάλες και στρουμπουλές, “Αμαζόνες”, λεπτές ντελικάτες, περπατούν γρήγορα μα χαριτωμένα τσακίσματα, “Ιταλικές”, “μπόμπες” και η μαρίδα, οι ασχημάτιστες»–, η μισθοδοσία των φαντάρων ελλιπής, αξιοθρήνητη συχνά η κατάσταση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, κρυοπαγήματα, για την αντιμετώπιση των οποίων οι υγειονομικές υπηρεσίες αρχικά δεν ήταν προετοιμασμένες –«αρχίζει το πράγμα απ’ τα νύχια που το συνοδεύουν αλγηδόνες σαν να σε τσίμπησαν οχιές πολλές και περνούν και τρέχουν και διαχέονται απάνου στα μπούτια και ντα μπράτσα σαν εκκένωση και κύματα ηλεκτρικού ρεύματος […] Ύστερα το πρήξιμο […], το κόκκινο, που ξανάβει σαν φωτιά το δέρμα […] Ύστερα έρχεται η αναισθησία. Μαυρίζει και μελανιάζει το δάχτυλο, μαυρίζει το πέλμα, ο αστράγαλος. Η γάγκραινα πήρε τη θέση της. Το παγωμένο αίμα σαπίζει μες στις αρτηρίες. ΟΙ σάρκες αρχίζουν και πληγιάζουν και ξεφτούν δώθε, κείθε και απολάν κομμάτια σαπισμένα, αηδή και σιχαμερά» - πάει πια το πόδι: όλα αυτά δοκίμαζαν σοβαρά τον Ελληνικό Στρατό, ιδίως τους φαντάρους.

Βουβός μάρτυρας της εκστρατείας  το μουλάρι, είναι ο πιστός και αφοσιωμένος   υπηρέτης, όπως  με σαφήνεια η φωτό εξεικονίζει.  Οι δρόμοι που τα μουλάρια, οπλή την οπλή, άνοιξαν στην Πίνδο συγκρότησαν ένα δίκτυο από ατραπούς που αργότερα  διανοίχτηκαν, ώστε να συγκροτηθεί ορεινό οδικό δίκτυο.
Βουβός μάρτυρας της εκστρατείας το μουλάρι, είναι ο πιστός και αφοσιωμένος υπηρέτης, όπως με σαφήνεια η φωτό εξεικονίζει. Οι δρόμοι που τα μουλάρια, οπλή την οπλή, άνοιξαν στην Πίνδο συγκρότησαν ένα δίκτυο από ατραπούς που αργότερα διανοίχτηκαν, ώστε να συγκροτηθεί ορεινό οδικό δίκτυο.

Στο έδαφος της Αλβανίας

24 [ ;] 28 Νοεμβρίου 1940: Επιστρέφουμε στο μέτωπο, αφού, ο ίδιος ο ποιητής μας έχει υποδείξει -«χρόνος δεσμώτης και χρόνος λυόμενος»-, ότι «τα κομμάτια της ζωής που προσκτάται και συμπαρασύρει στην ευθύγραμμη πορεία του ο χρόνος είναι δυνατόν να νοούνται ως ανεξάρτητα, ν’ αρμόζονται από διαφορετικές πλευρές και να σχηματίζουν μιαν άλλου είδους αλληλουχία, εξίσου αν όχι και περισσότερο έγκυρη […]».

 Μετά την απώθηση, λοιπόν, των ιταλικών στρατευμάτων εκτός των συνόρων και την καταδίωξή τους εντός της Αλβανίας, το Στρατηγείο του Α’ ΣΣ προωθείται στο χωριό Ζίτσα, 3 χλμ. ΒΔ των Ιωαννίνων7. Οι μετακινήσεις πιθανόν να έγιναν με στρατιωτικά φορτηγά ή/και με πορείες.

«Πότε με τα πόδια, βαδίζοντας προσεχτικά και κρατώντας ένα χοντρό ραβδί στο χέρι, πότε καβάλα σ’ ένα πανύψηλο άλογο ανέβαινα ολοένα τις νύχτες ανάμεσα από τα μεγάλα σύδεντρα και τα τρομαχτικά φαράγγια της Πίνδου. Νύχτα πάντοτε», εκμυστηρεύτηκε αργότερα σε επιστολή του ο Ελύτης. «Πρέπει να βρω το αντίσκηνό μου», αγωνιά ο ανθυπολοχαγός μας. «Το ’χουνε στήσει μακριά, στην άκρη απ’ όλα τ’ άλλα, που ‘ναι όλα τους περιποιημένα, στοιχημένα σ’ ευθείες γραμμές. Έτσι που το φωτίζει το φεγγάρι κάτω απ’ τα σύννεφα, μοιάζουνε με τάφους. Ωστόσο, εδώ, σ’ αυτή τη μικρή κοιλάδα, νιώθω καλύτερα, προπάντων που δεν υπάρχει ψυχή τριγύρω μου. Αρχινάω τις βόλτες επάνου κάτω καπνίζοντας. Άλλο ένα τσιγάρο. Κι άλλο ένα […] Σούρνομαι και ξαπλώνω στα χλωρά κλαριά [….] Νιώθω κάτι βαρύ να κατρακυλάει [… ] Είναι το κράνος. Το κράνος το ιταλικό που μου βρήκανε από κάποιον σκοτωμένο […] Το χαϊδεύω, το ψαύω, το ερευνώ με τα δάχτυλα. Ναι, υπάρχει μια τρύπα ίσια μπροστά στο μέτωπο, σουβλερή, ανώμαλη. Δίκιο έχουνε. Άλλο βλήμα να πετύχει στο ίδιο ακριβώς σημείο αποκλείεται»8.

11 Δεκεμβρίου 1940: Με βάση διαταγή για μετάθεση όλων των νεαρών ανθυπολοχαγών στη ζώνη των πρόσω, παίρνει Φύλλο Πορείας για τη Μονάδα 4001-Τομέα Θεσπρωτίας γνωστό ως «Απόσπασμα Λιούμπα»9, από το όνομα του Διοικητή του Υποστρατήγου Νικολάου Λιούμπα. Συναντά το Απόσπασμα μαζί με δύο συναδέλφους του, ανθυπολοχαγούς επίσης. Μετακινείται προς Ηγουμενίτσα, πιθανόν με στρατιωτικό μεταφορικό μέσο.

13 Δεκεμβρίου 1940: Από την Ηγουμενίτσα με πλεούμενο αποβιβάζεται στην Κέρκυρα. Τη ίδια νύκτα με άλλο πλεούμενο αποβιβάζεται στους Αγ. Σαράντα και κατευθύνεται προς το «Απόσπασμα Λιούμπα».

15 Δεκεμβρίου 1940: Ο Ελύτης φτάνει στη Νιβίτσα, όπου βρίσκεται μέρος του «Αποσπάσματος Λιούμπα» στην ευρύτερη περιοχή Νιβίτσα-Μπούμπαρι ως εφεδρεία, με αποστολή την ανασυγκρότηση και την επιτήρηση των ακτών. Στη Διάταξη Μάχης του Α’ ΣΣ έχει αντικατασταθεί από την ΙΙΙ Μεραρχία, που ενσωματώνει το 24ο Σύνταγμα, με έδρα το χωριό Πικεράσι, στο οποίο αναλαμβάνει την 4η Διμοιρία, του 6ου Λόχου, του ΙΙ Τάγματος (Διοικητής Ταγματάρχης Προεστάκης Ιωάννης) που σταθμεύει στο χωριό Σασάι10. Από τους Αγ. Σαράντα μετακινείται προς τη Νιβίτσα πιθανόν με στρατιωτικό μεταφορικό μέσο διά μέσου της αμαξιτής οδού Αγ. Σαράντα-Χειμάρρα11.

26[;]-27 Δεκεμβρίου 1940: Το 24ο Σύνταγμα μετακινείται στην Περιοχή Φτέρα-Κούτσι12. Του ανατίθεται ο αφοπλισμός του χωριού Κιάφφα-Κούτσι. Οι μετακινήσεις γίνονται με πορείες. «Μόλις πάτησα σε δημόσιο δρόμο», αφηγείται ο τότε ασυρματιστής Βασίλης Τσιτσάνης, «πρέπει να σας πω ότι δυσκολευόμουν να περπατήσω. Τα πόδια μου λυγίζανε, νόμιζα πως έπεφτα στο κενό. Αιτία τα ανεβοκατεβάσματα στους κατσικόδρομους της Αλβανίας. Δεν μπορούσα κιόλας να συνειδητοποιήσω ακόμα ότι βρισκόμουν σε δημόσιο δρόμο»

 Οδοιπορίες φαντάρων, πορείες ημιονηγών, που φτάνουν, επιτέλους, στο μέτωπο, τότε και αργότερα: «Τις ημέρες εκείνες έφτασαν επιτέλους ύστερα από τρεις σωστές εβδομάδες οι πρώτοι στα μέρη μας ημιονηγοί. Και έλεγαν πολλά για τις πολιτείες που διάβηκαν, Δέλβινο, Άγιοι Σαράντα, Κορυτσά. Και ξεφορτώναν τη ρέγγα και το χαλβά κοιτάζοντας να ξετελέψουν μια ώρα αρχύτερα και να φύγουνε. Ότι δεν ήταν συνηθισμένοι και τους ετρόμαζε το βρόντισμα στα βουνά και το μαύρο γένι στη φαγωμένη την όψη μας», ύστερα από δώδεκα ως δεκάξι ώρες πορεία. «Περπάτησαν με τα φορτωμένα μουλάρια, δώδεκα και δεκάξι ώρες, συνέχεια, μέσα στη νύχτα», θυμάται και αφηγείται ο ημιονηγός Μίχος Κάρης, «ανάμεσα στα σκληρά κι ενάντια βουνά, στα στενά, απότομα κι επικίνδυνα μονοπάτια. Συχνά, πέντε και δέκα μέρες συνέχεια, άγρυπνοι, άπλυτοι, μουσκεμένοι από τη βροχή κι από τον ιδρώτα, με ξερές από την παγωνιά χλαίνες και πότε τρώγοντας, όπως βάδιζαν, “ξηρά τροφή” […], και πότε, τις περισσότερες φορές, ολότελα νηστικοί. Τ’ αποσταμένα πόδια των φορτωμένων ζωντανών χώνονταν κάθε τόσο ως τις κοιλιές, μες στις “παγίδες” – όπως ονομάζαμε τους βαθιούς, ανάμεσα στις σφηνωμένες πέτρες, με τη γλιστερή, αναλυτή λάσπη λάκκους. [Έπεφταν τα ζώα, χώνονταν στη λάσπη], κι [εκείνοι] τα σήκωναν, τους φόρτωναν πάλι τα πυρομαχικά – κι είναι κάτι να φορτώσεις πρώτα απ’ τη μια μεριά, κι ύστερα απ’ την άλλη του σαμαριού τις κάσες με τις οβίδες των 7,5 και 10,5, με βάρος σαράντα πέντε οκάδες την καθεμιά (εξήντα περίπου κιλά) με ξυλιασμένα χέρια και παγωμένα πόδια κι ολότελα αμάθητοι σε τούτη τη δουλειά» – και ξανάρχιζαν την πορεία. 

8[;]-10 Ιανουαρίου 1941: Το Σύνταγμα μετασταθμεύει στην περιοχή Καλαράτι όπου αντικαθιστά το ευζωνικό 40ό Σύνταγμα Άρτας (3/40 Σύνταγμα Ευζώνων), έχοντας μέτωπο το «νεκρό χωριό» Μπολένα. «Αργότερα», θυμάται και γράφει ο Ελύτης, «με ένα “φύλλο πορείας” στην τσέπη, κίνησα για μα συναντήσω την καινούργια μονάδα μου που μαχόταν κάπου ανάμεσα στ’ Ακροκεραύνια και στο Τεπελένι. Άρχισα να εγκαταλείπω ένα-ένα όλα τα στοιχεία που συγκροτούσανε την υλική μου υπόσταση. Τα γένεια μου μεγάλωνα ολοένα. Οι ψείρες πλήθαιναν. Το χιόνι σκέπαζε τα πάντα. [Όταν έφτασε η στιγμή να καταλάβω τη θέση μου απέναντι στον εχθρό], δεν ήμουν παρά ένα εξαϋλωμένο πλάσμα […] Τη νύχτα εκείνη χρειάστηκε να περάσω από ένα μονοπάτι που το χρησιμοποιούσαν οι τραυματιοφορείς, για να κουβαλήσουν στα μετόπισθεν τους βαριά τραυματισμένους. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα βογγητά τους. “Δεν μπορεί, δεν είναι δυνατόν”, μονολογούσα μέσα σε μεγάλη έξαψη, “δεν είναι δυνατόν μια τέτοια ανατροπή κάθε έννοιας δικαίου πάνω στη γη”. Κι ορκιζόμουν στο όνομα της Ανάστασης αυτού του Έλληνα ήρωα που τώρα ήταν για μένα ο Ανθυπολοχαγός της Αλβανίας, αυτός που προχωρεί στη μάχη με το φυλαχτό της λυρικής ιδέας στο στήθος του […] Κάθε τόσο καταφθάνανε ενισχύσεις για να καλύψουν τις απώλειες του Τάγματός μας που είχε σηκώσει το μεγαλύτερο βάρος στην επίθεση της Μπολένας» – «Μπολένα, Μπολένα, είσαι του κατά λάθος θανάτου το θύμα και τ’ αυριανό νεογέννητο. Σε τρέφει το γάλα των στρατιωτών και το δάκρυ των μαρτύρων».

Θα παρακολουθήσουμε τη συνέχεια της πορείας του Οδυσσέα Ελύτη στο μέτωπο και πίσω στην Αθήνα το επόμενο Σαββατοκύριακο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ – ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Η πορεία του Οδυσσέα Ελύτη προς το μέτωπο, και, τέλος, προς την Αθήνα, στηρίζεται στο κείμενό του, «Στοιχεία από τις προσωπικές σημειώσεις Χρονολογίου του ποιητή» [28 Οκτωβρίου 1940 – Μάιος 1941], το οποίο απόκειται στο Αρχείο Ιουλίτας Ηλιοπούλου, την οποία, και από εδώ, ευχαριστούμε. 

1. Αρχείο Ελύτη / Γεννάδειος Βιβλιοθήκη και Ιουλίτα Ηλιοπούλου, «Α’ Στρατολογικόν Γραφείον Αθηνών. Βεβαίωσις». ΓΕΣ/ΔΙΣ Το τέλος μιας Εποποιίας Απρίλιος 1941, ΔΙΣ, 1949, σ.. 311. Κορόζης, Αθανάσιος, Οι Πόλεμοι 1940-1941 Επιτυχίαι και Ευθύναι. Στρατιωτική και Διπλωματική Προπαρασκευή, Αθήνα 1957, σσ. 677-678, ΓΕΣ «Πίναξ εμπολέμου Συνθέσεως Μικτής Μοίρας Αυτοκινήτων» 1937. Αρχείο ΔΙΣ, Φ. 641, Φωριαμός 22, Α. Σώμα Στρατού, «Έκθεση πεπραγμένων και δελτία πληροφοριών», Α’ Υποφάκελος, «Έκθεση πεπραγμένων του Α’ Σ. Στρατού από 9.12.40 μέχρι 6.3.41 υπό Ατγου Κοσμά Γεωργίου» (Φ. 79 και 143). Φ. 642, Φωριαμός 22, Φ.20 και Φ. 12, Συγκεντρωτικοί πίνακες συγκρότησης και δύναμης του Α’ Σ.Σ. κατά την 25.2.41 και 15.3.41. Αρχείο ΔΙΣ, Φ. 1269/Α/ΙΜ2, «Συνοπτική ιστορία Α. Σ.Σ.», όπου και πίνακας των κατά καιρούς διοικητών.

Για τη ζωή, το έργο και τη βιβλιογραφία του Οδυσσέα Ελύτη, όπως και για τις ημερομηνίες γραφής και δημοσίευσης των ποιημάτων και ποιητικών του συνθέσεων, βλ., στα «Χρονολόγια»: Vitti, Mario – συνεργασία Αγγελική Γαββαθά, Οδυσσέας Ελύτης. Βιβλιογραφία 1935-1971, Ίκαρος, 1977. Δασκαλόπουλος, Δημήτρης, «Χρονολόγιο Οδυσσέα Ελύτη, 1991-1986», Χάρτης, «Αφιέρωμα Οδυσσέας Ελύτης», τχ. 21,22,23, Νοέμβριος 1986, σσ. 261-280. Vitti, Mario, «Χρονολογικό σημείωμα. Η ζωή και το έργο του Οδυσσέα Ελύτη», Οδυσσέας Ελύτης. Κριτική μελέτη, Ερμής, 1984, σσ. 328-339. Δασκαλόπουλος, Δημήτρης, Βιβλιογραφία Οδυσσέα Ελύτη (1971-1992), Εταιρεία Συγγραφέων, 1993. Σταυροπούλου, Έρη, «Χρονολόγιο Οδυσσέα Ελύτη (1911-1995), Διαβάζω, τχ. 362, Απρίλιος 1996, σσ. 54-63, και της ίδιας, με τον ίδιο τίτλο, Θέματα λογοτεχνίας, τχ. 1, 1995-1996, Γκοβόστης, σσ. 6-13. Κυρίως, Ελύτης, Οδυσσέας, Ο ναυτίλος του αιώνα, Ίκαρος, 2011, σσ. 16-88 (συγκρότηση χρονολογίου: Φωτεινή Τασιού). 

Για τον Οδυσσέα Ελύτη στην Κέρκυρα και στη Σχολή εφέδρων, βλ., Φιλίππου, Φίλιππος, Ο ερωτευμένος Ελύτης, Ψυχογιός, 2011, ιδίως σσ. 18-19, 107, 119-120, 131 κ.εξ., 136, 152, 275, 279. Επίσης, βλ., Ζαμίτ, Λουκιανός, « 1974. Ο Ελύτης στην Κέρκυρα», Φιλίππου, Φίλιππος, «Ο Ελύτης στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Κέρκυρας και άλλα τινά», Παγκράτης, Περικλής, «Κατά τα άλλα το τοπίο θύμιζε Κέρκυρα», Χρονικά της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών, XXI, Κέρκυρα 2010 (Ανακοινώσεις στο πλαίσιο του Συνεδρίου που οργάνωσε η Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών στην Κέρκυρα στις 19, 20, 21 Νοεμβρίου 2010, με γενικό τίτλο «Οδυσσέας Ελύτης / Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος» [Ευχαριστώ τον Δημήτρη Κονιδάρη για την αποστολή αντιτύπου]). Βλ., επίσης, Δαφνής, Κώστας, «Ο Ελύτης στη γη του Σολωμού», Κερκυραϊκά Νέα, 4 Φεβρουαρίου 1980, και Φιλίππου, Φίλιππος, «Έλενα Βεντούρα: Η Κερκυραία μούσα του Οδυσσέας Ελύτη», Η Αυγή, 7 Απριλίου 2013. Για τα δημοσιεύματα της εφημερίδας Δύναμις, βλ., Φιλίππου, Φίλιππος, «Ο Ελύτης στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Κέρκυρας…», ό.π., σσ. 30,33. Για την υποψία του Φιλίππου ότι το δοκίμιο «Federico Garcia Lorca» άρχισε να γράφεται στην Κέρκυρα, βλ., Ο ερωτευμένος Ελύτης, ό.π., σ. 201. 

Για τις Σχολές Εφέδρων Αξιωματικών, Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, «Στρατιωτικές Σχολές», σ. 213. βλ., ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η προς πόλεμο προπαρασκευή του Ελληνικού Στρατού 1923-1940, ΔΙΣ, 21983, σσ. 28-30. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ιστορία του Ελληνικού Στρατού, ΔΙΣ, 1998, σ. 211. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ιστορία της οργάνωσης του Ελληνικού Στρατού 1821-1954, 2005, σσ. 345, 365. Για τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της Σχολής στην Κέρκυρα, βλ., Ανωνύμου, «Η εν Κερκύρα Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών», Ημερολόγιον Σκόκου, τόμος 27, τχ. 1, 1912, σσ. 280-282. Η Σχολή στην Κέρκυρα ιδρύθηκε το 1889, έναν χρόνο πριν, με το ΒΔ 15.3.1888, «Περί Προπαρασκευαστικού Σχολείου Εφέδρων Αξιωματικών», είχε ιδρυθεί η πρώτη Σχολή στην Αθήνα. Το Σχολείο Εφέδρων καταργήθηκε το 1912, λειτούργησαν Ουλαμοί Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών. Το 1926 θεσπίστηκε η εκπαίδευση όλων των υποψηφίων αξιωματικών των διαφόρων Όπλων να διεκπεραιώνεται σε μία Σχολή, η οποία αρχικά λειτούργησε στην Αθήνα και στη συνέχεια στη Χαλκίδα, με μονοετή και, αργότερα, με εννιάμηνη φοίτηση. Η Σχολή λειτούργησε μέχρι το 1934, οπότε δημιουργήθηκαν ιδιαίτερες Σχολές για κάθε Όπλο, μία για το Ιππικό, μία για το Μηχανικό, μία για το Σώμα Αυτοκινήτων στην Αθήνα, δύο για το Πεζικό, στη Σύρο και στην Κέρκυρα, δύο για το Πυροβολικό στη Θεσσαλονίκη. [Ευχαριστώ τον αντιστράτηγο ε.α. κ. Χρήστο Σ. Φωτόπουλο για τις πολύτιμες πληροφορίες.] Βλ., παράλληλα, Αρχείο ΔΙΣ, Φ. 1062/Α/1Μ3, «Ιστορία της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (Προπαρασκευαστικόν Σχολείον Εφέδρων Αξιωματικών, Κέντρου Εκπαιδεύσεως Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών), για την περίοδο από 1.1.1887 – 30.6.1980, και Φ. 1062/Α/ΙΜ5, «Έκθεσις συνοπτική στοιχείων αφορώντων την Σχολήν Εφέδρων Αξιωματικών», για την περίοδο 1.1.1936 – 27.4.1954.

Για τη σχέση Ελύτη-Εμπειρίκου, βλ., Ελύτης, Οδυσσέας, «Το χρονικό μιας δεκαετίας», Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος, 2005, σσ. 347-353. Βλ., επίσης και λόγου χάριν, Σιγάλας, Νίκος, Ο Ανδρέας Εμπειρίκος και η ιστορία του ελληνικού υπερρεαλισμού ή μπροστά στην αμείλικτη αρχή της πραγματικότητας, Άγρα, 2012, σ. 101. Χατζηβασιλείου, Βαγγέλης, « Η διάρκεια μιας θητείας», Χάρτης, ό.π.

Ελύτης, Οδυσσέας, Αυτοπροσωπογραφία σε λόγο προφορικό, ύψιλον/βιβλία, 2000, σ. 19. Οδυσσέας Ελύτης, «Το χρονικό μιας δεκαετίας, ό.π., σ. 410. Μαρωνίτης, Δ.Ν., «Ποιητική αισιοδοξία», Οδυσσέας Ελύτης, ό.π., σ. 138. Ελύτης, Οδυσσέας, Ήλιος ο πρώτος, Ι, Ποίηση, Ίκαρος, 2002., σ. 77, Το Αξιον Εστί, αυτ., σ. 132, Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, αυτ., σσ. 113, 115. Βίττι, Μάριο, «Σημειώσεις ενός “υπομνηματογράφου” στο περιθώριο του ποιήματος “Δεν ξέρω πια τη νύχτα”», Για τον Οδυσσέα Ελύτη. Ομιλίες και άρθρα, Καστανιώτης, 1998, σσ. 56, 60. Πολίτη, Τζίνα, «Θεωρίες για την καταγωγή της γλώσσας και η σημαντική τους στην ποίηση του Ο. Ελύτη», Οι αιώνιες φωλεές της επιστροφής στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, Άγρα, 2013, σσ. 35-36. Vitti, Mario, Οδυσσέας Ελύτης, ό.π., σ. 207. Μπαλαφάντης, Κωνσταντίνος Δ., Ο πόλεμος στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, Γρηγόρης, 2005, σ. 84, και γενικότερα για τον πόλεμο στον Ελύτη.

2. Κορόζης, Α., Οι Πόλεμοι 1940-1941, ό.π., σσ. 612 και 617. Για τη σύνθεση των μονάδων, βάσει του Σχεδίου ΙΒβ, βλ., Κορόζης, Α., Επιτυχίαι…, ό.π., σσ. 96-99, 676-684 [«Πίναξ συγκροτήσεως των μάχιμων στοιχείων του Στρατού κατά το Σχέδιον Επιστρατεύσεως 1939β» ], σσ. 601 κ.εξ., για κριτική του Σχεδίου ΙΒ και της μεταβλητής του. Για τις, βάσει τού εν λόγω Σχεδίου, προβλεπόμενες μονάδες και μάχιμα όπλα, βλ., ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η προς πόλεμον προπαρασκευή, ό.π., Πίνακας, σ. 113. Αρσενίου, Λάζαρος, Ανατομία του έπους, 1940-1941, Δωδώνη, Αθήνα-Γιάνννινα, 1998, σσ. 21-24 [1.5 «Η ηττοπάθεια»]. Στρατολάτης, Νικήτα-Ντέλα, Χρ. Γ.-Δ., Στα βουνά της Αλβανίας. Ημερολόγιο του Πολέμου 1940-41, Θανάσης Νιάρχος, 1980, σσ. 16-17). Γενικότερα για τα Σχέδια Επιστρατεύσεως, βλ., ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η προς πόλεμον προπαρασκευή…, ό.π., σσ. 102-118, και Αρχείο ΔΙΣ Φ. 773-780, 774/Α/Β, για το Σχέδιο 1939β. 

3. Φράιερ, Κίμων, Άξιον εστί το τίμημα. Εισαγωγή στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, μτφρ. Νάσος Βαγενάς, Κέδρος, 31982, σ. 28. Καστρινάκη, Αγγέλα, Η λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία 1940-1950, Πόλις, 2005, σσ. 33-34. Μαρωνίτης, Δ.Ν., «Ο τύπος του εθνικού ποιητή», Οδυσσέας Ελύτης, Μελετήματα, Πατάκης, 2007, σ. 76. Λευτέρης Ιερόπαις, Μια παρουσίαση από τον Γιώργο Μαρκόπουλο, Γαβριηλίδης, 1999, σσ. 40-41. Θεοτοκάς, Γιώργος, Τετράδια Ημερολογίου (1939-1953), επιμέλεια: Δημήτρης Τζιόβας, Εστία, [1987], σ. 179. Λουκάτος, Δημήτρης Σωτ., Οπλίτης στο Αλβανικό μέτωπο. Ημερολογιακές σημειώσεις 1940-41, Ποταμός, 2001, σσ. 24-25. Πρβλ., Antifa, «28 Οκτωβρίου του 1940: Ορισμένες από τις πίσω σελίδες του μεγάλου πατριωτικού έπους. Μέρος Α’. τχ. 33, 10/2012, σ. 20.

4. ΓΕΣ/ΔΙΣ Το τέλος μιας Εποποιίας, ό.π., σ.. 312, Δ. Ζαφειρόπουλου, Δ., Ο Ελληνοϊταλικός και Ελληνογερμανικός Πόλεμος 1940-41, 1946, σ.. 73. Εδιπίδου, Αλ., Εικονογραφημένη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και του Ελληνογερμανικού Πολέμου, Εκδοτικός Οίκος Σ.Α. Τζηρίτα, 1959, σ. 365. Ελύτης, Οδυσσέας, Άσμα…, ό.π., σ. 103. Για τη μάχη στο Καλπάκι, βλ., ευσύνοπτα, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η ιταλική εισβολή. 28 Οκτωβρίου μέχρι 13 Νοεμβρίου 1940, ΔΙΣ, 1960, σσ. 65-101, και σσ. 53-55, για την αμυντική οργάνωση της τοποθεσίας, και Ζαούσης, Αλέξανδρος Λ., Οι δύο όχθες, ό.π., σσ. 118-128.

5. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Εφοδιασμοί του στρατού εις υλικά οπλισμού και πυρομαχικών πυροβολικού και πεζικού κατά τον πόλεμον 1940-41, ΔΙΣ, 1982, Σχεδιάγραμμα 4. Ελύτης, Οδυσσέας, «Αλβανιάδα», Ποίημα για δύο φωνές, Μέρος Πρώτο, Πανσπουδαστική, τχ. 41, 25 Οκτωβρίου 1962, σσ. 11-14. Το ποίημα μεταδόθηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1956 από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών. Για τη συνέντευξη του Ελύτη τον Φεβρουάριο του 1940, βλ., Αργυρίου, Αλέξανδρος, « Η ποίηση του Ελύτη πριν από το “Το Άξιον Εστί”, ό.π., σ. 26. 

Για τις μετακινήσεις προς το μέτωπο, βλ., μεταξύ άλλων, Δημητρίου, Ελένη Κ., Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος ως προσωπικό βίωμα. Ημερολόγια Ελλήνων στρατιωτών, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, 2010, σσ.154, 238. Λουκάτος, Δημήτριος Σωτ., Οπλίτης στο αλβανικό μέτωπο, ό.π., σσ. 62-77. Βλοντάκης, Μιχαήλ, Πολεμικόν ημερολόγιον 1940-1941, Οδός Πανός, 2007, σποράδην, ιδίως σσ. 105-107. Ηλέκτρη-Λίντσεϊ, Ελένη, Γραμμένο στο μέτωπο. Το ημερολόγιο του γιατρού Θεόδωρου Ηλέκτρη από το ελληνοϊταλικό Μέτωπο, Αίολος, 2012, σσ. 21, 23, 24, 26. Αχελώος, Ι., Απ’ το αλβανικό έπος. Στο δρόμο προς την Αυλώνα. Ημερολόγιο πολεμιστή, χ.ε., 1945, σ.33.

6. ΓΕΣ/ΔΕΚ, Κατσιμήτρου, Χαράλαμπος, Η Ήπειρος Προμαχούσα. Η Δράσις της VIII Μεραρχίας κατά τον πόλεμον 1940-41, ΓΕΣ, 1982, σ. 201.

7. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Το τέλος μιας Εποποιίας, ό.π., σ. 311. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Ελληνική αντεπίθεσις, 14 Νοεμβρίου 1940-6 Ιανουαρίου 1941, ΔΙΣ, 1966-Ανατύπωση 1986, σ. 150, και σσ. 242-627 για τις καταλήψεις πόλεων από τον Ελληνικό Στρατό. Κοσμάς, Γεώργιος, Ελληνικοί Πόλεμοι. Βαλκανικοί-Ελληνοϊταλικός-Συμμοριτοπόλεμος, [εκδ. Γαρ. Παπαδοπούλου,] 1967, σ. 161. Κατσιμήτρος, Χαράλαμπος, Η Ήπειρος Προμαχούσα, ό.π., σ. 234. Ελύτης, Οδυσσέας, Άσμα…, ό.π., σ. 104. Τσιρπανλής, Ζαχαρίας Ν., «Τα ηθικά εφόδια του Έλληνα και του Ιταλού στρατιώτη κατά τον πόλεμο του 1940-41», Δωδώνη, τόμος 19, 1990=1992, σσ. 331-350, και του ίδιου, Έλληνες και Ιταλοί…, ό.π., σσ. 203-204. Εγγονόπουλος, Νίκος, «Μπολιβάρ», Ποιήματα, τόμος Β’, Ίκαρος, 1985, σσ. 15, 30. Για τις ελλείψεις του Ελληνικού Στρατού, βλ., μεταξύ άλλων, Γκοτσίνας, Στάθης, Από χιόνι…, Πολεμώντας στην Αλβανία, ΑΣΚΙ, Βιβλιόραμα, 2006, σσ. 117, 86, 102-105. Λουκάτος Δημήτριος Σωτ., Οπλίτης στο αλβανικό μέτωπο, ό.π., σσ. 19, 32, 36, 37, 44-45, 101, 115, 125, 171, 214, 243. Βαγιακάκος, Δ.Β. – Μελανουρέας, Κ.Π., Ημερολόγια πολέμου και Αλληλογραφία 1940-1941, εισαγωγή-επιμέλεια: Ελένη Δ. Μπελιά, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, 1998, σσ. 61,62,80, 82, 83, 84 86, 90, 91, 99, 101, 155-157, 161-162, 179, 183, 268. Χατζηπατέρας, Κώστας Ν. – Φαφαλιού, Μαρία Σ., Μαρτυρίες 40-41, Κέδρος, 21985, σσ. 166-168, 229. Γρηγορίου, Γεώργιος Θ., Με το χαμόγελο…, ό.π., σσ. 165, 249, 271. Ηλέκτρη-Λίντσεϊ, Ελένη, Γραμμένο στο γόνατο, ό.π., σ. 87. Κουτρουλίκος, Δρόσος Γ., «Έλληνες οι ηττημένοι νικητές». Διδάγματα από την Ιστορία της Ελλάδας και ημερολόγιο του IV–β ορεινού χειρουργείου στον πόλεμο 1940-1941, χ.ε., 1987, σ. 153. Ξενίτας, Ξένος, Το θαύμα της Αλβανίας…, ό.π., σσ. 150-153 κ.εξ. Γιαννακόπουλος, Αθανάσιος, Πίνδος 1940. Αλήθειαι αι οποίαι δεν εγγράφησαν, Εκδοτικός Οίκος Βασ. Ρηγόπουλος, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 50. Δημητρίου, Ελένη Κ., Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος…, ό.π., σσ. 171-173, 346. Βογιατζής, Δημήτρης, Η εισαγωγή της στρατιωτικής τεχνολογίας στην Ελλάδα, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, ΜΙΘΕ/ ΕΜΠ – ΣΕΜΦΕ, 2009, σ. 250. Γενικότερα για την « ένδυση και τα εφόδια του Έλληνα στρατιώτη το 1940-41» , βλ. το ομότιτλο άρθρο του Λυκούργου Μαυριδόπουλου (:Άγνωστες πτυχές του Ελληνοϊταλικού πολέμου, Περισκόπιο, 2009, σς. 32-43).

8. Φράιερ, Κίμων, Άξιον εστί το τίμημα, ό.π., σ. 29. Ελύτης, Οδυσσέας, «Χρόνος δεσμώτης και χρόνος λυόμενος», Εν λευκώ, Ίκαρος, 72006, σ. 389. Ενδιαφέρουσα ανάλυση του κειμένου σε σχέση με «μιαν άλλη αλληλουχία» που σχηματίζουν «τα κομμάτια της ζωής» καταθέτει η Μαρία Περλορέντζου, «Χρόνος δεσμώτης και χρόνος λυόμενος. Αrgmentum. Τεκμήριο, ένδειξη, απόδειξη», Minucci, Paola Maria - Μπιντούδης, Χρήστος (επιμ.), Ο Ελύτης στην Ευρώπη, Ίκαρος, 2011, σσ. 125-138.

9. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Το τέλος μιας Εποποιίας, ό.π., σ. 427.

10. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Ελληνική αντεπίθεσις, ό.π., σ. 145, και 185, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Το τέλος μιας Εποποιίας, ό.π., σ. 384. Παπάγος, Αλέξανδρος, Ο πόλεμος της Ελλάδος 1940-1941, 1945, σ. 241.

11. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Ελληνική αντεπίθεσις, Σχεδιάγραμμα 25α.

12. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Το τέλος μιας Εποποιίας, ό.π., σ. 384-385, Κοσμάς, Γ., Ελληνικοί Πόλεμο, ό.π., σ. 209, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Ελληνική αντεπίθεσις, ό.π., Σχεδιάγραμμα 26α.